Στις 23 & 24 Σεπτέμβρη, «Το Μαντρόσκυλο» ανεβαίνει για 2 παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη, στο Θέατρο Σοφούλη. Η ομάδα Φora etc. σας προσκαλεί σε μια αλληγορική παράσταση για τα Media! Ακολουθούν οι πληροφορίες και παρακάτω ένα θεωρητικό κείμενο για το θέμα που πραγματεύεται η παράσταση.

His master’s voice

Παρατηρήσεις πάνω στο πρόβλημα των Μέσων

Σε ένα όχι τόσο γνωστό διήγημά του ο Ιούλιος Βερν περιγράφει «μια ημέρα ενός δημοσιογράφου το 2889». Η εικόνα που σκιαγραφεί ο Βερν φαίνεται σήμερα να μην είναι καθόλου μακριά απ’ την πραγματικότητα. Η εφημερίδα στηρίζεται κατ’ αποκλειστικότητα στη διαφήμιση, ρέπει στην εντυπωσιοθηρία, κι είναι ένας κερδοσκοπικός μηχανισμός, μια μηχανή που παράγει χρήμα εις βάρος της αλήθειας. Το διήγημα τελειώνει με το μέτρημα των κερδών και τη φράση «είπε κανείς τίποτα για το επάγγελμα του δημοσιογράφου τον 29ο αιώνα;» Η αλήθεια είναι ότι τα πράγματα τον 21ο αιώνα τείνουν να είναι χειρότερα. Δημοσιογράφοι σαν τον Φράνσις Μπένετ, το διευθυντή του Κύρηκα της Γης στο διήγημα του Βερν, υπάρχουν κι είναι πραγματικά ελάχιστοι. Είναι οι σύγχρονοι βαρόνοι του Τύπου, με τα τεράστια κέρδη και την απεριόριστη εξουσία. Η πραγματικότητα των Μέσων είναι ζοφερή. Υπάρχει τρόπος να ξεπεραστεί αυτό το παρωχημένο και αντιδημοκρατικό μοντέλο; Αυτό είναι πιθανώς το πιο επίκαιρο και κεντρικό ερώτημα που αφορά στη σύγχρονη δημοσιογραφία.

Παγκοσμίως, στις τάξεις υποψιασμένων και ανυποψίαστων πολιτών, υπάρχει μια έντονη τάση δαιμονοποίησης των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, η οποία εν πολλοίς είναι δικαιολογημένη. Τα Μέσα σήμερα έχουν περιέλθει σε μια κατάσταση ηθικής ανυποληψίας γιατί παρουσιάζουν μια πλαστή εικόνα του κόσμου, συνιστούν δηλαδή ένα στρεβλό είδωλο της πραγματικότητας. Αντί να προωθούν λύσεις για τα προβλήματα, γίνονται τα ίδια μέρος του προβλήματος. Παράγουν φόβο, καχυποψία και αίσθηση αδιεξόδου.

Κατά κοινή ομολογία το βασικό ατόπημα των Μέσων είναι ότι δεν επιτελούν τον καταστατικό τους ρόλο, ότι έχουν δηλαδή παρεκτραπεί εντελώς απ’ το δέον. Ο ρόλος αυτός δεν αποφασίζεται από κάποιο μεμονωμένο κέντρο, ούτε είναι καταγεγραμμένος ως μανιφέστο σε ακαδημαϊκά βιβλία. Πρόκειται για ένα συνεκτικό κι ευμετάβλητο πλαίσιο αρχών και αξιών το οποίο ακολουθούν δημοσιογράφοι και ιδιοκτήτες των Μέσων προκειμένου να διακινούν το προϊόν της δημοσιογραφίας που είναι τα Νέα και η Άποψη. Στην ιστορία έχουν υπάρξει μεγάλες περίοδοι κατά τις οποίες οι δημοσιογράφοι απολάμβαναν της εμπιστοσύνης της κοινωνίας, αλλά σήμερα η φήμη των δημοσιογράφων και των Μέσων είναι αρνητική. Στην Ελλάδα δε, επιβιώνουν και μερικές «μοναδικότητες» ως προς το μοντέλο λειτουργίας. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει κανένα κερδοφόρο Μέσο Ενημέρωσης. Ο Τύπος μ’ άλλα λόγια έχει καταλήξει να εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς.

Όμως για να μην αποπροσανατολιζόμαστε, ο διαβόητος ρόλος των ΜΜΕ είναι παγκόσμιος και διαχρονικός. Τόσο στην Νιγηρία, όσο και στην Ουκρανία, τη Βραζιλία και την Ελλάδα, τα Μέσα έχουν το ρόλο του Ελεγκτή. Δεν ονομάζονται τυχαία τέταρτη εξουσία ή και οξυγόνο της δημοκρατίας, γιατί χωρίς αυτά υπάρχει ένα κενό που δημιουργεί συνθήκες ασφυξίας. Ένα κενό κριτικής κι ελέγχου που απειλεί να επιβάλλει το δίκαιο του ισχυρού. Οι αρνητικές συνδηλώσεις της φράσης «τέταρτη εξουσία» έχουν υπερεκτιμηθεί. Μια εξουσία που ελέγχει τις υπόλοιπες τρεις θα είναι πάντα θεμιτή, αρκεί να μην είναι καταχρηστική η λειτουργία της και να είναι ομοίως ανοικτή στον έλεγχο. Για το λόγο αυτό τα Μέσα πρέπει να είναι ανεξάρτητα και να ερευνούν χωρίς προκαταλήψεις. Πρέπει να έχουν ως στόχο την αποκάλυψη της αλήθειας, υπηρετώντας την πολυφωνία, τη διασταύρωση των πηγών, τη διαφάνεια και τη δεοντολογία. Ο δημοσιογράφος πρέπει να αναζητά την αλήθεια και να τη δημοσιεύει χωρίς να υπολογίζει οικονομικά ή πολιτικά μεγέθη. Το δημοσιογραφικό προϊόν είναι απαραίτητο στην κοινωνία, όσο απαραίτητος είναι κι ο αέρας. Χωρίς το ρεπορτάζ και τη γνώμη θα βιώσουμε την ασφυξία του ολοκληρωτισμού, όπου ελάχιστοι θα αποφασίζουν ποιό είναι το δίκαιο, το ορθό και γιατί όχι, το ανθρώπινο.

Κάποιοι διαφωνούν και υποστηρίζουν ότι η δημοσιογραφία ήταν πάντα έτσι. Η άξια δουλειά γινόταν ανέκαθεν από λίγους. Όμως, η ύπαρξη έστω κι ελάχιστων άτεγκτων ρεπόρτερ που αποκαλύπτουν βρώμικες υποθέσεις, και Μέσων που δεν υπολογίζουν τίποτα παρά μόνο τη διατύπωση της αλήθειας, είναι μια ιδανική εικόνα, που στην καθημερινότητα ολοένα και περισσότερο ξεθωριάζει. Εδώ κυριαρχεί ο πραγματισμός και βέβαια το οικονομικό συμφέρον. Τα Μέσα συγκεντρώνονται στα χέρια ελάχιστων επιχειρηματιών που τα χρησιμοποιούν για να προωθήσουν τις δουλειές τους και να πιέσουν την πολιτική εξουσία. Οι δημοσιογράφοι υποκύπτουν στους εκβιασμούς και τις πιέσεις των ιδιοκτητών, οι οποίοι προσφέρουν ασυλία στους διαφημιζόμενους πελάτες τους και επιτίθενται επιλεκτικά στους πολιτικούς αντιπάλους των υποστηρικτών τους. Η δημοσιογραφία υποτάσσεται σε στρεβλά πρότυπα: η σκοπιμότητα, η εντυπωσιοθηρία, η προχειρότητα, ο κονφορμισμός, η ευτέλεια και ο κιτρινισμός τείνουν να γίνουν ο κανόνας. Εφημερίδες παρουσιάζουν ρεπορτάζ για γεγονότα που δεν έγιναν ποτέ, πληρωμένες ειδήσεις κρύβονται πίσω απ’ το μανδύα της ενημέρωσης, η ψυχαγωγία μπλέκεται με την ειδησεογραφία και πάει λέγοντας. Απ’ τη στιγμή που το δημοσιογραφικό προϊόν παύει να λογοδοτεί στους καταναλωτές του, στους πολίτες, στην κοινωνία όλα είναι πιθανά. Τώρα είναι οι διαφημιστές, οι διαφημιζόμενοι κι ενίοτε οι πολιτικοί εκείνοι που εγκρίνουν πρώτοι το περιεχόμενο. Αυτός που έχει την πολιτική και οικονομική δύναμη αποφασίζει ποιά θα είναι η ενημέρωση των πολιτών, σε ποιές δόσεις, με ποιά πρόσωπα κ.λπ.

Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Σερζ Χαλιμί στα “Νέα Μαντρόσκυλα”, τις προηγούμενες δεκαετίες οι δημοσιογράφοι γευμάτιζαν με συνδικαλιστές κι εργάτες, ενώ τώρα τρώνε παρέα με τους βιομήχανους. Το ενδιαφέρον μετατοπίζεται. Όπως γράφουν οι Λεβί και Κοέν στο βιβλίο τους «Το επάγγελμά μας παραστράτησε»: «σήμερα το όνειρο πολλών νεο-δημοσιογράφων είναι να δειπνούν με τους πλούσιους ή τους διάσημους για τους οποίους γράφουν». Με τη λογική του «όλα αγοράζονται», η αλήθεια έχει τιμή. Κάποτε λαμβανόταν υπόψη η μέριμνα για τον αδύναμο, τώρα ιπερισχύει κυνικά το δίκαιο του δυνατού. Η ελευθερία και η ανεξαρτησία τείνουν να γίνουν ευφημισμοί, μεγαλόστομες λέξεις που διαφημίζουν παρωχημένα προϊόντα. Η κρίση είναι γνωστή εδώ και χρόνια. Ο Λυκούργος Κομίνης στο βιβλίο Η κρίση του Ελληνικού Τύπου, απ’ τη δεκαετία του ’80 ήδη, επισήμαινε τα προβλήματα που απλά σήμερα έχουν διογκωθεί. Δεν υπάρχει πια καμία αμφιβολία ότι το επάγγελμα πρέπει να επαναπροσδιοριστεί. Η δημοσιογραφία, παρότι περνά μεγάλη κρίση, πρέπει να έχει ακόμα μια ευκαιρία να ξαναβρεί τις αξίες και τις αρχές της. Για πολλούς, η ευκαιρία αυτή εδράζεται στις ψηφιακές λεωφόρους. Το Διαδίκτυο συνιστά ένα προνομιακό πεδίο τόσο για τους νέους δημοσιογράφους όσο και για τους παλαιότερους, προκειμένου να ανακαλύψουν εκ νέου τη χαμένη αξιοπιστία των Μέσων. Είναι μια πρόκληση και μια ευθύνη αυτή, που αξίζει να αναληφθεί.

Αν όμως λείπει κάτι απ’ τα Μέσα, τόσο τα παραδοσιακά όσο και τα νέα, είναι η ελευθεροστομία, η παρρησία, η υπευθυνότητα. Η διατύπωση απόψεων και η μετάδοση ειδήσεων που μπορεί να φέρνει κάποιους σε αμηχανία ή και να τους στοχοποιεί. Η αποκύρηξη της αυτολογοκρισίας. Η αρετή και η τόλμη. Σε μια σειρά διαλέξεών του για την Ελευθερία του Λόγου, ο γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκό είχε επιχειρήσει να μιλήσει για την αξία της παρρησίας. Ο ορισμός που έδωσε, βασιζόταν στα αρχαία κείμενα και θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας πνευματικός οδηγός για τους δημοσιογράφους. Ο παρρησιαστής λοιπόν είναι εκείνος που «χρησιμοποιεί την ελευθερία του και επιλέγει την ειλικρίνεια αντί για την πειθώ, την αλήθεια αντί για την αληθοφάνεια ή τη σιωπή, το ρίσκο του θανάτου αντί της ζωής και της ασφάλειας, την κριτική αντί για την κολακεία, και το ηθικό καθήκον αντί για το συμφέρον και την ηθική απάθεια». Ο δημοσιογράφος θα μπορούσε να είναι απόγονος του Διογένη του Κυνικού, ενός γνήσιου παρρησιαστή. Αν «το μέλλον της ανθρωπότητας είναι όντως οι δημοσιογράφοι» όπως το έθεσε κάποτε μια διαφήμιση εφημερίδας, θα έπρεπε εκείνοι να αναζητήσουν ένα νέο αξιακό σύστημα ώστε να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Μπορούν τα σκυλιά να ξαναγίνουν άνθρωποι; Μπορεί αφέντης του δημοσιογράφου να γίνει η κοινωνική του συνείδησή;

Το κείμενο περιλαμβάνεται στο έντυπο πρόγραμμα της παράστασης.

Χθες βαφτίσαμε τον ανηψιό μου κι εκτός απ’ το ίδιο το πολύ ευχάριστο γεγονός (μαζί με τις ευχές και τη συμμετοχή σ’ αυτές των φίλων και των συγγενών) δύο πράγματα σκεφτόμουν διαρκώς. Το ένα είναι λίγο μπανάλ. Αναρωτιέμαι, όταν μετά από 30 ή 40 χρόνια, θα βλέπει ο Γιάννης τις φωτογραφίες της βάφτισής του, τί θα σκέφτεται. Θα βλέπει χαμογελαστά πρόσωπα να τον αγκαλιάζουν, αλλά θα ξέρει ότι τότε υπήρχε κι ένα κλίμα μεγάλης οικονομικής κρίσης. Άραγε θα του λέει κάτι αυτό το γεγονός; Πιθανότατα όχι. Αυτό που θα βλέπει θα είναι ότι τον περιέβαλλαν όλοι με στοργή κι αγάπη, με χαμόγελα κι αισιοδοξία για το μέλλον του. Αυτό θα μετράει τότε, αυτό μετράει πάντα. Όσες δυσκολίες κι αν περνά μια χώρα, ένας τόπος, μια συλλογική προσπάθεια, τα άτομα, ο καθένας μεμονωμένα θα έχει τις προσωπικές του μνήμες. Κι όλα θα συνεχίζουν να κρίνονται στην ποσότητα και την ποιότητα του ενδιαφέροντος και της φροντίδας που παίρνουμε απ’ το περιβάλλον μας.

Το άλλο που σκεφτόμουν ήταν η κίνηση των γονιών του Γιάννη να ζητήσουν αντί για δώρα, να κατατεθούν χρήματα στο Χαμόγελο του Παιδιού. Είναι η πρώτη φορά που το βλέπω να γίνεται και ειλικρινά συγκινούμαι πολύ που γίνεται από δικούς μου ανθρώπους. Είναι μια κίνηση δοτικότητας και προσφοράς που νομίζω ότι την έχουμε μεγάλη ανάγκη ως κοινωνία. Να φροντίσουμε το διπλανό μας που έχει περισσότερη ανάγκη, να πάρουμε στα χέρια μας την αλληλεγγύη και να την κάνουμε πράξη όπως μπορούμε. Γιατί καθημερινά εκτυλίσσονται δράματα γύρω μας, δράματα που ούτε καν μπορούμε να φανταστούμε. Αντίθετα, συνεχίζουμε να δρούμε με τρόπους αυτόματους, και στις βαφτίσεις π.χ. συνεχίζουμε να δεχόμαστε και να δίνουμε άπειρα και συχνά περιττά δώρα που θα χαρίσουν πρόσκαιρες χαρές, θα κακομάθουν, θα κορέσουν τους μικρούς ανθρώπους. Γιατί να μην απαρνηθούμε όλα αυτά τα περιττά παιχνίδια, δίνοντας σε άλλους που έχουν πραγματική ανάγκη; Δε θα γίνουμε καλύτεροι έτσι; Δε θα συμβάλλουμε σε λύσεις; Στην ανακούφιση όσων πάσχουν; Στη συλλογική μας συνοχή; Ξέρω ότι κάποιοι θα προστρέξουν να πουν ότι δε θα αλλάξουν πολλά μ’ αυτό τον τρόπο, αλλά διαφωνώ. Μόνο έτσι θα αλλάξουν όλα. Όταν καθένας μας αρχίζει να μην επαναλαμβάνει τους αδιέξοδους αυτοματισμούς.

Όταν ξεκίνησα να κάνω συνεντεύξεις για το βιβλίο, με τους ανθρώπους απ’ τις 7 διαφορετικές χώρες που επισκέφθηκα, πίστευα ότι ο κόσμος μεταμορφωνόταν σ’ ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο αμερικανικής κουλτούρας, αλλά δόξα τω Θεό, δεν ήταν έτσι. Στην Κίνα, τη Ρωσία και τη Δανία τα πράγματα είναι ακόμα πολύ πιο διαφορετικά. Oliver James.

Ο Oliver James δεν είναι ένας συνηθισμένος ψυχολόγος. Εδώ και χρόνια προσπαθεί να κοινωνήσει τις ιδέες και τις έρευνές του με πλείστους τρόπους. Έχει αρθρογραφήσει σε δεκάδες περιοδικά και εφημερίδες, έχει γράψει έξι βιβλία, έχει διατελέσει ραδιοφωνικός και τηλεοπτικός παραγωγός, έχει κάνει δικά του ντοκιμαντέρ. Ο James γεννήθηκε το 1953, σπούδασε κοινωνική ανθρωπολογία και κλινική ψυχολογία, κι απ’ το 1988 ξεκίνησε να εργάζεται πάνω σε διάφορα τηλεοπτικά σχέδια. Έκτοτε, χρησιμοποιεί τα Μέσα προκειμένου να καταστήσει σαφές ότι «τα πλούτη δεν φέρνουν την ευτυχία», κι ότι η φιλελευθεροποίηση των αγορών έχει επιφέρει καταστροφικές συνέπειες στον ψυχισμό των ατόμων και των κοινοτήτων.

 Η δουλειά του James στα ΜΜΕ υποστηρίχθηκε απ’ τους μεγάλους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς της Μεγάλης Βρετανίας, οι οποίοι είδαν απ’ τα μέσα της δεκαετίας του ’80 κιόλας, ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον των πολιτών για την ψυχολογία, το οποίο βέβαια παράχθηκε από μια ραγδαία επιδείνωση της ψυχικής υγείας του πληθυσμού. Την ίδια ώρα που οι Άγγλοι γίνονταν πιο πλούσιοι, και το ΑΕΠ τους συνέχιζε την σταθερή ανοδική του πορεία, οι διαγνωσμένες ψυχικές ασθένειες πληθύνονταν αναλογικά. Στο παρθενικό του βιβλίο «Η Βρετανία στο ντιβάνι» ο James μίλησε για πρώτη φορά περί «εγωϊστικού καπιταλισμού». Μπορεί η δεκαετία του ’90 να ήταν πραγματικά μια εποχή ευμάρειας, αλλά σε συναισθηματικό επίπεδο ήταν καταστροφική, έγραφε τότε ο συγγραφέας, προτείνοντας μερικούς τρόπους θεραπείας –που περιελάμβαναν βέβαια και ψυχανάλυση ή ψυχοθεραπεία- ώστε να βγει η κοινωνία απ’ το συλλογικό συναισθηματικό αδιέξοδο και την ψυχική αρρώστεια.

 Δέκα χρόνια μετά, ο James γράφει ένα ακόμα πιο σαφές κι εμπεριστατωμένο βιβλίο με τον παράξενο τίτλο Affluenza (Αφθονίτιδα), στο οποίο μιλά για τον Ιό της αφθονίας που έχει προσβάλει το δυτικό κόσμο και τον έχει βυθίσει σε συναισθηματικό εκπεσμό. Έχει μεσολαβήσει το ευπώλητο «Σε γ***ύν – Πώς να επιβιώσεις απ’ την οικογενειακή ζωή» (They F*** You Up: How to Survive Family Life), ένα βιβλίο ενδεικτικό της ζοφερής κατάστασης στα αγγλικά σπίτια, καθώς και μερικά πολύ ενδιαφέροντα ντοκιμαντέρ και σειρές για τη βρετανική τηλεόραση, δουλειές που καθιερώνουν τον James ως ειδικό σε θέματα ψυχικής υγείας. Το Νοέμβριο του 2008 ξεκίνησε μια εβδομαδιαία στήλη στην εφημερίδα Guardian, ενώ το τελευταίο βιβλίο του «Πλήρης άνοια: 24ωρη ολοκληρωμένη φροντίδα για ευημερία μιας ζωής» (Contented Dementia: 24 hour Wraparound Care for Lifetime Wellbeing) κυκλοφόρησε την ίδια περίπου εποχή. (περισσότερα…)