Το αποτριχωμένο στέρνο του Ανδρέα

Ο Ανδρέας πέρυσι το καλοκαίρι αποφάσισε να κάνει διακοπές σ’ ένα καινούργιο μέρος. Μάζεψε με κάποια δυσκολία τα χρήματα που απαιτούσε το ταξίδι και ξεκίνησε. Είπε να ριψοκινδυνέψει μια αλλαγή, μετά από είκοσι συνεχόμενα χρόνια φθηνού παραθερισμού στο χωριό της μητέρας του. Πήρε μαζί του έναν παλιό φίλο του απ’ το στρατό που ήταν ακόμα εργένης, τον Γιάννη, και ξεκίνησαν για ένα ημικοσμικό νησί. Η πρώτη παρατήρηση που έκανε ο Ανδρέας, απ’ το καράβι κιόλας, ήταν καθοριστική: οι Έλληνες χωρίζονταν σε καλλίγραμμους και χονδρούς. Δεν υπήρχε πλέον ενδιάμεση κατάσταση. Ο Ανδρέας είχε μόλις περάσει τα 40. Θυμόταν τους φίλους του πατέρα του, καθώς και τον ίδιο τον πατέρα του, που είχαν τις κοιλίτσες τους, τα προγούλια τους, τα λίπη τους, αλλά δεν μπορούσες να τους πεις και παχύσαρκους. Ήταν μάλλον μια γενιά που φλέρταρε οριακά με την παχυσαρκία. Θα μπορούσες να την αποκαλέσεις και γενιά της ενδιάμεσης κατάστασης, ή αλλιώς τη γενιά των αναποφάσιστων σωμάτων. Αλλά τώρα, ήταν φανερό στα μάτια του Ανδρέα, ότι η ενδιάμεση κατάσταση είχε εξαφανιστεί και τη θέση της είχαν πάρει τα δύο άκρα, οι αποφασισμένοι.

Η πρώιμη αυτή παρατήρηση αναστάτωσε πολύ τον Ανδρέα. Ενώ βρισκόταν επάνω στο κατάστρωμα του θορυβώδους σιδερένιου κήτους πηγαίνοντας προς τον τόπο των διακοπών του, έπιασε τον εαυτό του να μελαγχολεί. Κι αφού συνειδητοποίησε ότι επί ώρα είχε επιδοθεί στην παρατήρηση των άλλων ανδρών, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ίδιος ανήκε στην υπό εξαφάνιση ενδιάμεση κατηγορία των ανδρών που δε μπορείς να τους πεις ούτε λεπτούς, αλλά ούτε και παχύσαρκους. Αυτός κι ο φίλος του ο Γιάννης ήταν γεμάτοι, με εμφανή κοιλιά, έντονη τριχοφυία στα χέρια, στο στήθος κι αλλού, καθώς και φαλακρίτσα στο κεφάλι. Νέοι και συνομίληκοί του, άνδρες με παιδιά, ώριμοι εξηντάρηδες, οι πάντες πάνω στο πλοίο έμοιαζαν βγαλμένοι από δύο καλούπια, ένα χονδρό κι ένα λιγνό. Ο Ανδρέας κι ο Γιάννης ήταν σαν να είχαν βγει από το ελαττωματικό.

Δυστυχώς η άφιξή τους στο νησί δεν ήταν καταπραϋντική. Με το που επισκέφθηκαν την πρώτη παραλία ο Ανδρέας κατάλαβε ότι αυτό το ταξίδι θα ήταν μια αποκαλυπτική εμπειρία. Πριν ακόμα βγάλει το μακό του θυμήθηκε την παρατήρηση που έκανε στο πλοίο. Η διαφορά ήταν ότι εδώ, στην παραλία, μπορούσε να εξετάσει εκ του σύνεγγυς τις δύο κατηγορίες ανδρών. Όλοι λιάζονταν δίπλα του, χωρίς τα ρούχα που πολλές φορές παραπλανούν. Απ’ το παρατηρητήριο της ξαπλώστρας του επιβεβαίωσε τη απλοϊκή θεωρία του. Όσοι άνδρες δεν είχαν πατσοκοιλιές, υπερμεγέθη προγούλια, λίπη στη μέση, και στήθη που κρέμονταν προκλητικά, ήταν σαν να είχαν βγει από περιοδικά με μοντέλα κι αθλητές. Ήταν σαν να είχε μπει σ’ ένα στούντιο όπου γυριζόταν κάποια ταινία με ρέπλικες του χονδρού και του λιγνού.

Το βλέμμα του Ανδρέα αποστράφηκε γρήγορα απ’ τους παχύσαρκους κι εστίασε στους λεπτούς. Κάτι στα λίπη της πλαδαρής ανθρωπότητας τον αηδίαζε. Κάτι τον παρέπεμπε σε μια παθητικότητα που ξεσπούσε στο φαί, σε μια καταπιεσμένη δημιουργικότητα ή σ’ έναν καταπιεσμένο θυμό που έβρισκε αποκούμπι στις τροφές. Βέβαια, μερικοί παχύσαρκοι δεν έλιωναν απλά στις ξαπλώστρες τους. Προσπαθούσαν κι αυτοί να έλξουν την προσοχή των θεατών της παραλίας με τα δικά τους κατορθώματα τρώγοντας μεγάλα σάντουιτς, πίνοντας τεράστιες ποσότητες αναψυκτικών και κάνοντας βουτιές που σήκωναν κύμα. Ενίοτε έκαναν πολύ φασαρία, όταν προτιμούσαν να ουρλιάξουν στο φίλο, τη γυναίκα ή το παιδί τους, απ’ το να πλησιάσουν και να εξηγήσουν τί θέλουν. Οι παχύσαρκοι άνδρες της παραλίας ήταν τόσο προβλέψιμοι που καταντούσαν βαρετοί: στο τέλος ήξερες ότι θα καταλήξουν μ’ ένα σάντουιτς στο χέρι. Στον Ανδρέα έκανε εντύπωση το πόσο αποενοχοποιημένα διαδήλωναν τις ανθυγιεινές τους συνήθειες μπροστά στα μάτια όλων. Ο ίδιος δε θα έτρωγε ποτέ τρία σάντουιτς, ένα μιλκσέικ, ένα καφέ, δύο παγωτά κι ένα κοκτέιλ στην παραλία -όπως έκανε ο διπλανός του.

Ωστόσο, όσο προβλέψιμοι ήταν οι χονδροί, άλλο τόσο πιο απρόβλεπτοι ήταν οι λεπτοί. Ο στρατός των ακούραστων, ευλύγιστων, ενεργητικών και πρόσχαρων ανδρών φώναζε με την παρουσία του ότι “εμείς είμαστε οι άνδρες του σήμερα”. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς συνδέονταν στην παραλία με ένα ή περισσότερα αντικείμενα. Ο ένας έχει σκάφος, ο άλλος έχει κανό, ο άλλος ψαροντούφεκο, ο τρίτος ρακέτες. Κάποιοι τα είχαν όλα. Ο Ανδρέας κι ο φίλος του ο Γιάννης είχαν μόνο τα κινητά τους τηλέφωνα. Ακριβώς μπροστά τους ήταν δυο ζευγάρια. Οι άνδρες ήταν μαυρισμένοι, καλοσχηματισμένοι και γεμάτοι αυτοπεποίθηση. Ήταν σαφές ότι είχαν κάνει πολλή γυμναστική και πολλά βάρη στη ζωή τους. Τα μόνα βάρη που είχε σηκώσει ο Ανδρέας ήταν της μάνας και του αφεντικού του. Οι άνδρες εκείνοι έμοιαζαν με αθλητές της κολύμβησης ή και με βολεϊμπολίστες. Ήταν αδύνατο να διακρίνεις το άθλημά τους. Κάποια στιγμή ο Ανδρέας τους άκουσε να αστειεύονται για τη δουλειά τους. Κατάλαβε γρήγορα ότι ο ένας ήταν γιατρός κι ο άλλος έμπορος. “Πώς έκαναν τέτοια σώματα;” αναρωτήθηκε ο Ανδρέας πίσω απ’ τα μαύρα γυαλιά του. “Πού βρίσκουν το χρόνο;” μονολόγησε βλέποντάς τους να παίζουν ποδόσφαιρο με την μπάλα τους και να κάνουν κοντρόλ με τα αποτριχωμένα πόδια τους.

Ήταν πράγματι τέλειοι. Σαν αγάλματα. Μπορεί να μην είχαν όμορφα πρόσωπα, αλλά τα σώματά τους ήταν σαν να είχαν λαξευτεί από γλύπτη. Ο Ανδρέας κοίταξε γύρω του και συνειδητοποιήσε ότι ο πληθυσμός των λεπτών και γυμνασμένων ανδρών είχε επιβάλλει την αποτρίχωση. Γύρισε ξαφνιασμένος περιστροφικά το κεφάλι του κι ένιωσε σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός. Οι άνδρες, ακόμα και πολλοί απ’ τους παχύσαρκους, έκαναν αποτρίχωση. Πολλοί φαίνεται ότι έβγαζαν ακόμα και τα φρύδια τους. Τα σώματά τους ήταν άτριχα, σκέτα, γυαλί. Ήταν όλοι κουρεμένοι άψογα, φορούσαν παρόμοια μαγιό και γυαλιά της μόδας, είχαν δουλεμένο στον καθρέφτη ύφος, ήταν μυώδεις και ηλιοκαμμένοι και δεν – είχαν – τρίχες. Του πήρε ώρα για να το χωνέψει. Κοίταξε το στέρνο του, την κοιλιά του, τα χέρια του, τα πόδια του κι είδε το κοινότοπο θέαμα της έντονης τριχοφυίας, το γνωστό μέχρι πρότινος σύμβολο της ανδροπρέπειας. Όμως τώρα το θέαμα αυτής της τριχοφυίας σ’ έκανε να νιώθεις τουλάχιστον άβολα. Για μια στιγμή σκέφτηκε να ξαναφορέσει το μακό του μήπως και κρύψει τις τρίχες του. Παρατήρησε με κάποια θλίψη ότι ούτε ο φίλος του ο Γιάννης είχε τολμήσει να ξεγυμνωθεί. Ποτέ δεν το συζήτησαν μεταξύ τους. Κάπως αμήχανα ο Γιάννης τού είπε ότι δεν ήθελε να τον δει την πρώτη μέρα ο ήλιος, γιατί είχε κάποια ευαισθησία στο δέρμα του. “Μπούρδες” σκέφτηκε ο Ανδρέας, “ανήκουμε κι οι δυό στην ενδιάμεση ντροπιαστική κατάσταση”.

“Όμως γιατί τα κάνουν όλα αυτά τούτοι εδώ οι ιδρωμένοι άνδρες;” αναρωτήθηκε σιωπηλά ο Ανδρέας, “προς τί όλη αυτή η υπερπροσπάθεια; Εντάξει οι παχύσαρκοι, ήταν φανερό ότι με το φαγητό ξεδίνουν, αλλά όλοι αυτοί οι γυμνασμένοι άνδρες στην τρίχα τί πρόβλημα έχουν; Τί προσπαθούν να αναπληρώσουν φτιάχνοντας μια τέλεια εικόνα; Γιατί να στερούνται τόσες απολαύσεις; Τόσο πολύ φοβούνται τόσο πολύ να αρρωστήσουν και να πεθάνουν; Αφού όλοι αργά ή γρήγορα εκεί θα καταλήξουμε; Γιατί τόση ματαιοδοξία; Γιατί τόσος ναρκισσισμός; Για να μοιάσουν στους άλλους άνδρες; Για να προσελκύσουν τα βλέμματα επίδοξων εραστών; Για να εντυπωσιάσουν; Για να γίνουν αντικείμενα θαυμασμού; Για να μοιάσουν στους διάσημους που φιγουράρουν στα κουτσομπολίστικα περιοδικά ημίγυνοι και δήθεν αμέριμνοι παίζοντας ρακέτες στην άμμο; Για να νιώσουν μέλη της ομάδας των κυνηγών; Μήπως πλέον το κυνήγι προϋποθέτει άτριχο στέρνο;”.

Οι ίδιες ενοχλητικές απορίες καθώς και τα ίδια ενοχλητικά συναισθήματα της πρώτης ημέρας συνόδευσαν τον Ανδρέα σ’ όλες τις υπόλοιπες ώρες των διακοπών του. Φαίνεται ότι το ίδιο συναίσθημα μοιραζόταν κι ο Γιάννης, γι’ αυτό κι έκαναν σιωπηρά μια συμφωνία μεταξύ τους ώστε να μην ξαναπάνε στις κοσμικές και διάσημες παραλίες. Όλα τα επόμενα μπάνια τους τα έκαναν σε απόμερα μέρη, στην άκρη των παραλιών, όπου λιάζονταν μόνο ερωτευμένα ζευγαράκια και περίεργοι τύποι που έψαχναν ευκαιρίες για γυμνισμό ή λίγη ηδονοβλεψία.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα ο Ανδρέας έπεσε σ’ ένα πρωτόγνωρο γι’ αυτόν είδος υπαρξιακής κρίσης. Μέχρι τις διακοπές του δεν είχε αναρωτηθεί ποτέ για την εικόνα του. Κρυμμένος πίσω απ’ το κοστούμι της δουλειάς του, κάνοντας το καλοκαίρι διακοπές στο χωριό της μητέρας του, δεν είχε την ευκαιρία να συναντηθεί με τον μοντέρνο νέο κόσμο. Τώρα όμως ήξερε. Αν ήθελε να κάνει κάτι αξιοσημείωτο στη ζωή του θα έπρεπε να αυτοεξεταστεί. Εξέταζε λοιπόν τον εαυτό του στον καθρέφτη ξανά και ξανά, και το πόρισμα ήταν πάντα το ίδιο. Μια ενδιάμεση κατάσταση με μια αδιόρατη τάση προς την παχυσαρκία. “Σε 10 χρόνια”, προέβλεπε ο Ανδρέας, “θα είμαι πιθανώς παχύσαρκος”.

“Ή τώρα ή ποτέ” είπε στον καθρέφτη του, κοιτάζοντας το γυμνό πλαδαρό του σώμα. Πήρε τον αφρό του κι έκανε το αποφασιστικό βήμα. Πρώτα άλειψε το θώρακά του, την περιοχή γύρω απ’ τις θηλές του, έπειτα γύρω απ’ την κοιλιά, προχώρησε στα γεννητικά του όργανα, στους μηρούς και πιο κάτω, στα πόδια του, και τέλος στα χέρια και τις μασχάλες του. Μετά έβρεξε το ξυράφι του και ξεκίνησε να ξυρίζει. Το στέρνο, την κοιλιά, τα πόδια, τα χέρια, τις μασχάλες, όλα. Κάθε λίγο το ξυράφι στόμωνε κι αναγκαζόταν να το βάζει κάτω απ’ το τρεχούμενο νερό ώστε να καθαρίζει η λεπίδα. Τόση τρίχα δεν είχε δει ποτέ το ξυραφάκι του. Ξύρισε και το τελευταίο χιλιοστό τρίχας που έφερε στο δέρμα του, έκανε ένα ντους για να ξεπλύνει τους αφρούς και τα τα υπολλείματα τρίχας, και κοιτάχτηκε στον ολόσωμο καθρέφτη του. Άτριχος πλέον και ικανοποιημένος ήξερε ότι είχε ήδη κάνει την αρχή. Ο χειμώνας θα ήταν δύσκολος στο γυμναστήριο, αλλά σίγουρα θα άξιζε τον κόπο. Σίγουρα η απόδραση απ’ την ενδιάμεση κατάσταση της αναποφασιστικότητας θα τον ανατάμοιβε. Αλλά μετά θυμήθηκε ότι στο χωριό της μητέρας του οι ξυρισμένοι άνδρες χωρίς κοιλιά θεωρούνταν de facto “γυναικωτοί” κι έπεσε προβληματισμένος σε βαθύ συλλογισμό για το πού θα έκανε την επόμενη χρονιά τις διακοπές του.

Σχολιο

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s