Το τέταρτο κεφάλαιο του 42

4.

Είχα όντως δεκαπέντε χρόνια να του μιλήσω, και η τελευταία φορά που τον είδα ήταν πριν πέντε χρόνια, τυχαία στο δρόμο, έξω από ένα βιβλιοπωλείο. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που τον συναντούσα σ’ ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Προσπάθησα να ανασυνθέσω τις τελευταίες κουβέντες μας αλλά οι περισσότερες είχαν διαγραφεί οριστικά απ’ τη μνήμη μου. Περνούσα πολύ δύσκολα τότε, και δεν είχα χώρο για ξεκαθαρίσματα που αφορούσαν το παρελθόν. Βέβαια, τώρα είχε έρθει η ώρα να μετανιώσω.

Πρέπει να μου είχε πει ότι σκόπευε να εγκατασταθεί μόνιμα στο χωριό της μάνας του ή κάτι τέτοιο. Θυμάμαι ότι του είχα απαντήσει κάτι πολύ αόριστο. Έμοιαζε προβληματισμένος κι όχι ιδαίτερα χαρούμενος για τη συνάντησή μας. Εγώ ήμουν πολύ πιο εκδηλωτικός αλλά σύντομα με προσγείωσε. Δυσκολευόταν να βρει δουλειά και βίωνε διαρκώς απογοητεύσεις. Παρότι ψυχρός, έδειχνε πως είχε ανάγκη να μιλήσει. Μου είπε ότι σχεδίαζε να οργανώσει μια μεγάλη γιορτή καθώς πλησίαζε τα 42. Σ’ αυτή την ηλικία είχε πεθάνει ο πατέρας του. Το ίδιο κι ο δικός μου. Δεν είχε χρήματα, αλλά ήταν ερωτευμένος με μια γυναίκα. Προσπαθούσαν μάλιστα να κάνουν παιδιά. Δε θυμάμαι αν μου είχε αναφέρει το όνομα της γυναίκας. Καθίσαμε λίγο ακόμα μιλώντας στα όρθια, αλλά ήταν ολοφάνερο πως πλέον είμασταν δύο άγνωστοι που συναντήθηκαν τυχαία στο δρόμο. Χωριστίκαμε μ’ ένα ξερό «γειά».

Ο Μοσχονάς ήταν πάντοτε πολύ σημαντικός για εμένα. Μετά από εκείνη την τυχαία συνάντησή μας ένιωθα ένοχος που δεν είχα επιμείνει να ξαναβρεθούμε. Έμεινα μ’ εκείνο το γνώριμο αίσθημα μιας ακόμα απώλειας στη ζωή μου.

*

Αποφάσισα ότι αυτή την εξαφάνισή του δεν θα την άφηνα να περάσει έτσι. Θα έψαχνα να τον βρω, για να του πω πόσο σημαντικός υπήρξε κάποτε για τη ζωή μου, πόσο βαθιά με πλήγωσε η φυγή του, και πόσο πολύ θα ήθελα να μάθω τι έκανε όλα αυτά τα χρόνια που είχαμε χαθεί, αν συνέχιζε να γράφει, να ζωγραφίζει, να διαβάζει. Η πρώτη κίνησή μου ήταν να ψάξω να βρω τη μητέρα του. Βρήκα το τηλέφωνό της πανεύκολα στις κίτρινες σελίδες, κι ήταν το ίδιο νούμερο που έπαιρνα εκείνα τα δέκα έντεκα χρόνια της φιλίας μου με το Γιώργο. Πάτησα τα πλήκτρα ταραγμένος, με τα μάτια κλειστά, σχεδόν από μνήμης και περίμενα να σηκώσει το τηλέφωνο αυτός. Αφού περίμενα κάμποση ώρα, άκουσα μια γυνακεία φωνή, κάπως γνώριμη. Ήταν η αδελφή του. Με θυμήθηκε αμέσως. Με ρώτησε αν έμαθα τα νέα. Της απάντησα καταφατικά. Ακουγόταν ήσυχη. Τη ρώτησα αν μπορούσα να περάσω από εκεί. Μου είπε ευχαρίστως, την επόμενη ημέρα στις 11.00 το πρωί. Αλλά να έχω υπόψη μου ότι η μητέρα είχε μετακομίσει στην πολυκατοικία απέναντι. Το παλιό διώροφο σπίτι είχε κατεδαφιστεί.

*

Είχα να επισκεφθώ το δρόμο που έμενε ο Γιώργος τουλάχιστον μια δεκαετία. Ήταν ένα κάθετο στενό στην Πατησίων. Λίγα πράγματα είχαν αλλάξει, αλλά το πιο σημαντικό ήταν η απουσία του διώροφου σπιτιού, και η αντικατάστασή του μ’ ένα άσχημο κτίριο που στέγαζε τώρα ένα σούπερ μάρκετ. Σ’ εκείνο το σπίτι είχαμε κάνει τις ωραιότερες κουβέντες, τα μεγαλύτερα σχέδια, τα πρώτα μας μεθύσια, τις πρώτες μας απόπειρες να ενηληκιωθούμε. Στην αυλή εκείνου του σπιτιού είχαμε καπνίσει τα πρώτα μας τσιγάρα, είχαμε διαβάσει ποίηση, είχαμε υποδεχτεί κορίτσια όμορφα και φλογερά. Τώρα τίποτα απ’ αυτά δεν υπήρχε. Χτύπησα το κουδούνι της απέναντι πολυκατοικίας κι ανέβηκα στον τέταρτο όροφο. Με περίμενε η μητέρα του και η αδελφή του, παρέα με τον άντρα της. Με υποδέχτηκαν εγκάρδια –περισσότερο ίσως απ’ ότι περίμενα. Στην κουζίνα που καθίσαμε βρισκόταν άλλος ένας άντρας και μια γυναίκα, φανερά καταβεβλημένη, με μάτια που φανέρωναν πολύ κλάμα. Ήταν η Κατερίνα, η γυναίκα του Γιώργου. Ο άλλος άνδρας ήταν ένας φίλος του. Ένιωθα ότι παραβίαζα τον οικογενειακό χώρο ενός ανθρώπου που πριν από δέκα και πλέον χρόνια είχε αποφασίσει ότι δεν του άξιζα ως φίλος και με είχε απομακρύνει από κοντά του. Τα πρώτα λεπτά ήταν δυσάρεστα. Ήθελα επειγόντως να φύγω. Ένιωθα ανεπιθύμητος παρόλο που κανείς δε μου έδειχνε κάτι τέτοιο. Τους είπα πώς έμαθα για την εξαφάνιση, και τους ενημέρωσα σχετικά με την κλήση μου στο γραφείο του αξιωματικού. Μου είπαν ότι το γνώριζαν. Και οι εκπλήξεις συνεχίστηκαν. Η γυναίκα του Γιώργου, η Κατερίνα, μού είπε ότι ο Γιώργος με διάβαζε ανελλιπώς όταν έγραφα στην εφημερίδα, ότι είχε διαβάσει όλα τα βιβλία μου, κι ότι είχε δει όλες τις ταινίες μου, μέχρι και την παράσταση στην οποία συμμετείχα είχε παρακολουθήσει. «Ομολογώ ότι ξαφνιάζομαι» της είπα.

«Δε σε πλησίασε ποτέ. Έτσι ήταν. Τα έκανε όλα αθόρυβα», μου είπε. «Ένιωθε παράξενα μαζί σου. Μου είχε μιλήσει πολύ για εσένα», πρόσθεσε.

Ήταν πολύ κουρασμένη, τα μάτια της σχεδόν φλέγονταν απ’ το κλάμα. Δεν ήθελα να την πιέσω να μου πει περισσότερα. Ένιωθα τη σπονδυλική μου στήλη να στέλνει ηλεκτρικά σήματα στο χώρο. Η ατμόσφαιρα στην κουζίνα της μητέρας του Γιώργου γινόταν γύρω μου όλο και πιο πνιγηρή. Στο φούρνο ψηνόταν κάποιο φαγητό. Η μητέρα του αμίλητη μου χαμογελούσε πότε πότε, κι έπεφτε ξανά στο λήθαργό της. Απ’ τα πολλά ηρεμιστικά οι κύκλοι κάτω απ’ τα μάτια της είχαν διογκωθεί και μαυρίσει.

«Πόσο καιρό είναι που έχει χαθεί;» ρώτησα.

«Ένας μήνας», είπε η μητέρα του, «στην αρχή δε δώσαμε σημασία. Από καιρό σε καιρό έλεγε ότι ήθελε να φύγει για ένα μήνα, να ησυχάσει και να γράψει κάτι που ήθελε πολύ, αλλά δεν έβρισκε ποτέ την ησυχία για να το κάνει».

«Τελευταία», είπε η Κατερίνα, «έδειχνε πιεσμένος, είχε αρχίσει το τσιγάρο κι έκανε συνεχώς αρνητικές σκέψεις. Είμασταν πολύ καλά μεταξύ μας, προσπαθούσαμε μάλιστα να κάνουμε παιδιά».

Έδειχνε πραγματικά απελπισμένη. Ο φίλος του Γιώργου, καταβεβλημένος κι αυτός, με ρώτησε αν ξέρω κάτι για το παρελθόν που θα μπορούσε ίσως να χρησιμεύσει στην έρευνα. Του απάντησα όχι και του θύμησα ότι είχα να δω το Γιώργο μια δεκαπενταετία. Όταν κάναμε παρέα, είχαμε αναμιχθεί σε πράγματα που έκαναν σχεδόν όλοι οι νέοι της ηλικίας μας. Επανέλαβα ό,τι είχα πει και στον αξιωματικό με κάποια ενοχή, γιατί μερικά απ’ αυτά τα κάναμε στο σπίτι του, δίπλα απ’ το δωμάτιο της μητέρας του, χωρίς αυτή να ξέρει κάτι. Αλλά πραγματικά, δεν είχαμε προχωρήσει πέρα από κάτι διαδηλώσεις και μερικά μαύρα. Ο σύζυγος της αδελφής του προσπάθησε να αλλάξει θέμα, ελαφρύνοντας λίγο την ατμόσφαιρα, αλλά ξαφνικά η μητέρα του Γιώργου άρχισε να κλαίει. Η αδελφή του την πήρε αγκαλιά. Ο πατέρας του είχε πεθάνει πολύ νέος, όταν ο Γιώργος ήταν 11 χρονών. Ήξερα ότι είχαν περάσει πολλές δυσκολίες. Όχι μόνο οικονομικές. Αλλά είχαν καταφέρει να τις ξεπεράσουν. Αυτό που έβλεπα όμως μπροστά μου ήταν μια ολική κατάρρευση. Ο σύζυγος της αδελφής του με ρώτησε αν ήξερα ότι ο Γιώργος έγραφε μανιωδώς. Του είπα ότι είχα διαβάσει το διήγημά του που είχε εκδοθεί καθώς και τις κριτικές για τις ταινίες. «Όμως είχε γράψει πολλά περισσότερα», μου είπε, «ρώτα και την Κατερίνα».

Τη ρώτησα. Μου έκανε νεύμα να την ακολουθήσω ως το σαλόνι. Πήγε στο βάθος και μου έδειξε ένα μπαούλο με αφρικάνικα σχέδια, αφού έβγαλε ένα ύφασμα από πάνω του. Το άνοιξε προσεκτικά και μου αποκάλυψε το εσωτερικό του. «Αυτός είναι ο κόσμος του Γιώργου» μου είπε. Στο μπαούλο με μια πρώτη ματιά υπήρχαν δεκάδες μικροαντικείμενα και φάκελλοι με χαρτιά. Φωτογραφίες, σημειώματα, εισιτήρια από ταξίδια και συναυλίες, σουβενίρ, ακαθόριστα εξαρτήματα από φωτογραφικές μηχανές, φίλμ, τετράδια και χαρτιά πολλά χαρτιά. Η Κατερίνα έμεινε σιωπηλή μπροστά στο αφρικάνικο μπαούλο, δίπλα μου. Η αμηχανία μου μεγάλη. Ήταν σαν να στεκόμασταν πάνω απ’ τον τάφο κάποιου προσώπου. Σε μια εποχή που όλα τα αρχεία μας είναι ψηφιακά, κάποιος εδώ φρόντιζε να κρατά τις αναμνήσεις του σε αναλογική μορφή.

«Πιστεύω ότι αυτή τη στιγμή, είσαι ο πιο κατάλληλος για να ψάξει κάποια εξήγηση», μου είπε.

Γνώριζε ότι τα τελευταία χρόνια δημοσιογραφούσα, κι ότι σταδιακά είχα αρχίσει να διεισδύω στα άδυτα της ερευνητικής δημοσιογραφίας.

«Δεν ξέρω πώς θα μπορούσα να αξιοποιήσω όλο αυτό το υλικό», της είπα. «Ίσως δε, να είναι και δουλειά της αστυνομίας. Λυπάμαι αλλά δε νομίζω ότι μπορώ να βοηθήσω», είπα.

«Φοβάμαι, ότι δεν θα τον ξαναδώ ποτέ», απάντησε αυτή. «Αυτό το μπαούλο είναι ό,τι μου απέμεινε. Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω. Αυτό τον άντρα τον αγάπησα. Πολύ. Παράφορα. Και τώρα ειλικρινά, είμαι τόσο μπερδεμένη, θυμωμένη και στενοχωρημένη μαζί, που δεν ξέρω τι να κάνω. Σκέφτηκα να κάψω το περιεχόμενό του, σκέφτηκα να διαβάσω καθετί που υπάρχει εδώ μέσα, σκέφτηκα να τα πετάξω, αλλά τώρα που σε βλέπω εδώ, πιστεύω ότι στα χέρια σου, αυτά τα πράγματα ίσως να αποκτήσουν κάποιο νόημα, που για ‘μένα τώρα είναι αδύνατο να υπάρξει με όλη αυτή τη φόρτιση που έχω. Εσύ δεν τον έζησες όλα αυτά τα χρόνια, και θα σου είναι πιο εύκολο να τον καταλάβεις, ενώ εγώ εμπλέκομαι συναισθηματικά. Πάρ΄το σε παρακαλώ», μου είπε.

Μάλλον δεν είχα άλλη επιλογή. Γύρισα το κεφάλι μου πίσω και είδα την αδελφή του Γιώργου να κουνάει το κεφάλι της. Κλείσαμε μαζί το αφρικάνικο μπαούλο, η γυναίκα του φώναξε τον φίλο του και το μεταφέραμε στο αυτοκίνητό μου. Έφυγα απ’ το σπίτι εξουθενωμένος, σαν να είχα συμμετάσχει σε ομαδική εξομολόγηση εγκλημάτων.

mpaoulo

Αν θες να διαβάσεις το προηγούμενο κεφάλαιο πήγαινε εδώ.

Posted In:

Σχολιο

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s