Το πέμπτο κεφάλαιο του 42

5.

Μόλις εγκαταστάθηκε στο γραφείο του, του τηλεφώνησε ο Χατζής, ο πρόεδρος της EAGLE, ή αλλιώς το μεγάλο αφεντικό και τον κάλεσε στην καλύτερη αίθουσα του κτιρίου. Εμφανώς ενήμερος για την απογοήτευση του Μοσχονά, άρχισε να μιλά για τη δυσκολία προσαρμογής των υπαλλήλων που επέστρεφαν από μακροχρόνιες απουσίες σε δύσκολα μέρη του κόσμου, όπως η Αφρική ή η Ασία. Του είπε όμως ότι ήταν βέβαιος πως θα ανταποκρινόταν στις προσδοκίες της εταιρείας, αφού όλοι πίστευαν ότι ήταν το πιο ελπιδοφόρο χαρτί της. Ο Μοσχονάς τον ευχαρίστησε και τον ρώτησε ποιες ήταν οι προτεραιότητες εκείνη την εποχή. Η απάντηση ήρθε αμέσως, σύντομη και περιεκτική:

«Το Λιμνοχώρι», είπε ο Χατζής δείχνοντας ένα σημείο της ανατολικής Πελοποννήσου στον χάρτη που είχε απέναντί του.

Ήταν ένα μακροχρόνιο σχέδιο της εταιρείας, που είχε κολλήσει στη γραφειοκρατία, αλλά τώρα είχε πάρει το δρόμο του. 10.000 υπογραφές είχαν χρειαστεί για να αρχίσει να δουλεύει το έργο. Ο Μοσχονάς ήξερε ότι τις λεπτομέρειες θα τις μάθαινε απ’ τα κατώτερα στελέχη γι’ αυτό αρκέστηκε στο να ρωτήσει ποια θα ήταν η δική του εμπλοκή. Ο Χατζής του είπε ότι από εκείνη τη στιγμή του εμπιστευόταν αποκλειστικά την επίβλεψη και καθοδήγηση του έργου, ήταν δηλαδή ο υπεύθυνος του έργου. Όσο για τα καθήκοντα του γενικού διευθυντή στα κεντρικά, αυτά σ’ εκείνη την φάση συνδέονταν με το μεγαλύτερο έργο της EAGLE του οποίου ηγέτης θα ήταν επίσης ο ίδιος. Έδωσαν τα χέρια και κλείστηκαν στα γραφεία τους.

Ο Μοσχονάς κάλεσε έναν συνάδελφό του, πολύ έμπιστο και σοβαρό πρόσωπο, τον Ελευθερίου, για να ενημερωθεί. Το έργο αφορούσε ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα, το μεγαλύτερο της Ευρώπης. Η κατασκευή του θα έπρεπε να είχε αρχίσει 20 χρόνια πριν αλλά διάφορες υπηρεσίες καθώς και κάποιοι πολίτες της περιοχής το εμπόδιζαν. Η επιμονή όμως του Χατζή, για τον οποίο το έργο ήταν ένα προσωπικό στοίχημα, ήρθε να επιβραβευτεί την πιο κατάλληλη ώρα, όταν αποσυρόταν και το τελευταίο εμπόδιο, που δεν ήταν άλλο απ’ τον Πάνου. Ο Ελευθερίου τόνισε ότι ο Χατζής από ένα σημείο και μετά, θεωρούσε τον Πάνου υπεύθυνο για την αποτυχία του έργου. Η συνταξιοδότησή του συνέπεσε χρονικά με μια ανακοίνωση της αρχαιολογικής υπηρεσίας, η οποία ουσιαστικά επέτρεπε την εκμετάλλευση των εκτάσεων.

Το όνειρο του Χατζή ήταν να κατασκευαστεί η μεγαλύτερη ξενοδοχειακή μονάδα στον κόσμο στις νοτιοανατολικές ακτές της Πελοποννήσου. Ο παππούς του καταγόταν από εκείνα τα μέρη, και στη μνήμη του ήταν ένας τόπος που σήμαινε κακουχία, δυστυχία, απομόνωση. Εκείνος, μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα του, έφυγαν μετανάστες απ’ την Ελλάδα όταν εκείνος ήταν μόλις 3 ετών. Αμυδρά θυμάται ένα ταξίδι, το γύρο της Πελοποννήσου, και τον πατέρα του να του δείχνει το πατρικό του, που πουλήθηκε για πενταροδεκάρες απ’ τους συγγενείς του. Έκτοτε ο Χατζής έβαλε σκοπό του να αγοράσει το ερείπιο καθώς και γη στην περιοχή. Το χωριό, 100 σπίτια το πολύ, ονομαζόταν Λιμνοχώρι. Το επισκέφτηκε ξανά όταν είχε βγάλει το πρώτο εκατομμύριο δολάρια απ’ τα δύο πλοία του. Στη συνέχεια, αργά και σταθερά, όσο πλούτιζε αγόραζε κάθε χρόνο κι από μερικές εκατοντάδες στρέμματα, ώσπου στο τέλος είχε συγκεντρώσει περίπου 10.000 στρέμματα γης, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας ήταν γύρω απ’ το Λιμνοχώρι. Το μεγαλύτερο εμπόδιο που συνάντησε ήταν η αρχαιολογική υπηρεσία που δεν τον άφηνε να χτίσει καθώς η περιοχή ήταν γεμάτη αρχαία, αφού στην περιοχή βρισκόταν το βασίλειο του Νέστορα. Σταδιακά όμως άρχισε να τους πείθει και κάποτε να τους παρακάμπτει, μέσω των υψηλών του γνωριμιών στα υπουργικά και τα βουλευτικά γραφεία. Η άλλη του δυσκολία ήταν ένας χωρικός, για την ακρίβεια ο γιος ενός χωρικού που αρνιόταν να πουλήσει το χωράφι του. Απ’ την αρχή γνώριζε ότι ήταν θέμα χρόνου. Η γη καθώς και τα απαραίτητα κονδύλια για την εκμετάλλευσή της είχαν συγκεντρωθεί λίγα χρόνια αφότου συνέλαβε το σχέδιο. 20 χρόνια όμως ήταν πολλά. Ο Χατζής είχε σκυλιάσει. Ξεκίνησε 50 χρονών κι είχε φτάσει 70. Πολλοί έλεγαν ότι τα τελευταία χρόνια χρησιμοποίησε όλη του την οικονομική επιρροή προκειμένου να τα καταφέρει. Λένε ότι χρημάτισε ακόμα και τις πέτρες για να τα καταφέρει. Είχε και τον χρόνο με το μέρος του. Ακόμα κι ο νεαρός χωριάτης κάποια στιγμή θα παραδινόταν, όπως κι έγινε. Τώρα, προετοιμαζόταν να δει την πρώτη μπουλντόζα να μπαίνει στα χωράφια και να πιάνει δουλειά.

Ο Ελευθερίου γνώριζε πολλές λεπτομέρειες που δεν ενδιέφεραν το Μοσχονά, αλλά που έπρεπε να τις ακούσει γιατί θα μπορούσαν ίσως κάποτε να του φανούν χρήσιμες. Του μίλησε για τον πρόεδρο της κοινότητας και το συμβούλιό του, για τους κατοίκους του χωριού, για τους πολιτικούς τους. Του είπε για τις οικολογικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν τον τελευταίο καιρό στην περιοχή, για τους δημοσιογράφους που είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, για την αστυνομία και τα ύποπτα μαγαζιά, για τις παραλίες και τις ταβέρνες. Ήταν προφανές ότι ο Ελευθερίου είχε μόλις επιστρέψει από εκεί.

«Μάλλον περίμενε να έρθεις εσύ, για να στείλει τις μπουλντόζες. Σε θεωρεί γούρικο» είπε γελώντας.

Ο Μοσχονάς κατάλαβε ότι έπρεπε να ξαναφτιάξει τη βαλίτσα του αμέσως.

«Είναι και η Ελπίδα εκεί;» ρώτησε τον Ελευθερίου.

«Ναι» του απάντησε εκείνος.
Πήγε για μεσημεριανό στο εστιατόριο της εταιρείας, και κάθισε μόνος. Ήθελε να δουν ότι ήταν σε περισυλλογή, κι ότι δεν έπρεπε κανείς να τον ενοχλήσει. Έπειτα επέστρεψε στο γραφείο κι άνοιξε το μοναδικό βιβλίο που είχε εκεί. Μπαλτάσαρ Γκρασιάν. Χρησμολόγιο τέχνης και φρόνησης.

«Να προωθείς τις δουλειές σου με μετεωρισμούς. Η αίσθηση της έκπληξης δίνει αξία και κάνει θαυμαστές τις επιτυχίες. Το παιχνίδι με ανοιχτά χαρτιά δεν αποδίδει, ούτε κι έχει γούστο. Το να μην αποκαλύπτεσαι μεμιάς, αφήνει το κοινό μετέωρο, ακόμα περισσότερο μάλιστα όπου το μεγαλείο του ρόλου προσφέρει τροφή στη γενική προσδοκία∙ αυτό προϋποθέτει παντού το μυστήριο, που με την ίδια του την κρυπτότητα προκαλεί το σεβασμό∙ στον τρόπο που προσπαθεί κανείς να γίνει κατανοητός, πρέπει να αποφεύγεται η υπερβολική καθαρότητα, ακριβώς όπως και στη συζήτηση δεν πρέπει κανείς να εμπιστεύεται τα κατάβαθά του σε όλους. Είναι η σώφρων σιγή τέμενος της σοφίας. Η δηλωμένη απόφαση ποτέ δεν εκτιμήθηκε∙ κατ’ αρχήν εκτίθεται στην επίκριση∙ κι αν βγει αποτυχία, διπλό κακό θα είναι. Μιμήσου λοιπόν τον τρόπο του Θεού, που μας κρατάει εν εγρηγόρσει και στην αβεβαιότητα».

Διάβασε ακόμα λίγο κι έφυγε για το σπίτι του. Τηλεφώνησε στην Ελπίδα. Ήταν στο σπίτι της μητέρας του.

Την πήρε μ’ ένα ταξί, κατευθύνθηκαν στο κέντρο της πόλης, κι εν μέσω μερικών δακρύων του είπε ότι ήθελε να χωρίσουν. Έτσι απλά και κοφτά. Ο Μοσχονάς της άνοιξε την πόρτα να κατέβει, και συνέχισε μόνος το δρόμο του. Απλά και κοφτά.

Ευτυχώς ο Αγγέλου ήταν σπίτι του. Του εξιστόρησε τα πάντα που αφορούσαν την επιστροφή του στην πατρίδα κι εκείνος τον προέτρεψε να βγάλει δίπλωμα οδήγησης. Θα καθυστερούσε την εμπλοκή του στη νέα αποστολή, προφασιζόμενος ότι χρειαζόταν χρόνο για να κάνει γενική έρευνα και στο διάστημα αυτό θα έπαιρνε δίπλωμα και θ’ αγόραζε ένα αυτοκίνητο. Ο Μοσχονάς θεωρούσε ότι ο Αγγέλου ήταν ο μόνος φίλος που του είχε απομείνει. Δεν συζήτησαν καθόλου τον χωρισμό με την Ελπίδα. Άνοιξαν ένα μπουκάλι κρασί και ήπιαν από δυο ποτήρια για το «καλωσόρισες». Ο Μοσχονάς έφυγε πιο ανακουφισμένος, μα όχι εντελώς. Τα πράγματα είχαν δυσκολέψει.

Τα τρία χρόνια στη Γκάνα ήταν πραγματικά υπέροχα. Μακριά απ’ τους πάντες, απ’ αυτή την πατρίδα που μόνιμα τον πλήγωνε και τον απογοήτευε, απ’ τους κουτοπόνηρους συμπατριώτες του, απ’ τα πάντα. Ήταν μόνο ένα διάλειμμα λοιπόν. Τώρα έπρεπε να ξεκινήσει σχεδόν απ’ το ίδιο σημείο. Να καταστήσει σαφές στη μητέρα του ότι δεν ήταν πλέον 15, να διεκδικήσει την φωνή του στις παρέες, να βρει ερωτικό σύντροφο, να κινηθεί στον επαγγελματικό και το δημόσιο χώρο γενικά. Ήξερε ότι ο χωρισμός με την Ελπίδα ήταν οριστικός, το ήξερε γιατί τη γνώριζε πολύ καλά. Η σχέση τους μέχρι τότε ήταν ιδανική, τουλάχιστον για εκείνον. Απ’ τη γνωριμία τους κι έπειτα, είχε να το λέει, η ζωή του άρχισε να τρέχει με ξέφρενες ταχύτητες. Εν πολλοίς οφειλόταν σε ‘κείνη και στον αποφασιστικό χαρακτήρα της που τον ενθάρρυνε πάντα να διακινδυνεύει και να μην επαναπαύεται με τίποτα. Η Ελπίδα τον συμβούλεψε σε δεκάδες περιπτώσεις που ένιωθε στριμωγμένος, η Ελπίδα σήκωσε το βάρος αποφάσεων που του ήταν αδύνατο να σηκώσει.

Δεν ήθελε να σκέφτεται άλλο. Η μητέρα του τον περίμενε να φάνε βραδινό μαζί. Είχε μαγειρέψει σνίτσελ με πατάτες, το αγαπημένο του φαγητό. Της είπε ότι χώρισε με την Ελπίδα, κι ότι δεν ήθελε να το συζητήσουν. Εκείνη του είπε ότι ήταν ενημερωμένη, της είχε μιλήσει η Ελπίδα όσο εκείνος ήταν ακόμα στη Γκάνα. Ήξερε τα πάντα, ακόμα και για το καινούργιο έργο. Ο Μοσχονάς δεν ήθελε να επανέλθει στις παλιές συγκρούσεις με τη μητέρα του κι έμεινε σιωπηλός. Δεν ήθελε να ξέρει πώς και γιατί είχε αποσπάσει όλες αυτές τις πληροφορίες, αφού έτσι κι αλλιώς ήξερε ότι ήταν ικανή για πολύ χειρότερα πράγματα. Την αγαπούσε όμως. Ένιωθε ότι εκείνος ο άντρας που την εγκατέλειψε όταν έβγαλε τον πακτωλό των χρημάτων δουλεύοντας με την κυβέρνηση, την τραυμάτισε τόσο πολύ, την πόνεσε τόσο ώστε να μην έχει πλέον αισθήματα για τίποτα και για κανέναν. Κι όμως εκείνος ο άντρας, ο πατέρας του, συνέχιζε τη ζωή του σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Κι εκείνη, το μόνο πράγμα που είχε στο μυαλό της και τη συγκινούσε ήταν ο μοναχογιός της, τίποτα άλλο. Εκτός ίσως απ’ την τράπουλα και τα τσιγάρα. Αφού είχε καταφέρει δικαστικά να αποσπάσει απ’ τον πατέρα του ένα τεράστιο ποσό, δεν είχε καμία άλλη μέριμνα στη ζωή της, απ’ το μέλλον του γιου της.

Υπήρχαν στιγμές που ο Μοσχονάς τη συμπονούσε και την έκρινε σαν έναν πληγωμένο και δυστυχισμένο άνθρωπο, κι άλλες που τη μισούσε για το πείσμα και την εκδικητικότητά της, για την συνολική της αδιαφορία, καθώς και για την περιφρόνηση που έδειχνε σε καθετί που την εμπόδιζε να αποδείξει την ανωτερότητά της. Το περίεργο ήταν πως η Ελπίδα είχε τις καλύτερες εντυπώσεις από εκείνη, είχαν σχεδόν γίνει δυο καλές φίλες, πράγμα που στα μάτια του δήλωνε την ομοιότητά τους, το πόσο σκληρές κι άτεγκτες ήταν κι οι δυο τους. Ωστόσο δεν την άφησε ποτέ να παρέμβει δραστικά στη ζωή του. Μόνο στο στρατό αξιοποίησε τις γνωριμίες της για να μετατεθεί στην Αθήνα. Όπου κι αν πήγαινε τον ρωτούσαν για τη μητέρα και τον πατέρα του. Εκείνη ήταν διάσημη τραγουδίστρια του σοβαρού ρεπερτορίου, κι εκείνος κορυφαίος ψυχίατρος. Είχε όμως περάσει ανεπιστρεπτί η εποχή που αντιδρούσε βίαια στις ερωτήσεις για τους γονείς του. Τώρα πια τα αντιμετώπιζε όλα αυτά με συγκατάβαση. Εξάλλου οι περισσότεροι πλέον τον ρωτούσαν για τη δουλειά του κι όχι για τους διάσημους γονείς του.

Του είπε με άνεση τα νέα της, βγάζοντάς τον απ’ τη δύσκολη θέση να εξιστορήσει τα δικά του. Το γεύμα ήταν ευχάριστο. Γέλασαν και θυμήθηκαν ένα συμβάν απ’ το παρελθόν, όταν εκείνος ήταν 14 ή 15 και της είχε ζητήσει να παντρευτούν. Η μητέρα του πήγε για ύπνο. Εκείνος έβαλε ουίσκι σ’ ένα ποτήρι κι άναψε την τηλεόραση. Είχε χρόνια να δει ελληνικό κανάλι. Κοιτούσε αλλά δεν έβλεπε. Σκεφτόταν.

Την επόμενη ημέρα κιόλας άρχισε μαθήματα οδήγησης. Τηλεφώνησε στην Ελπίδα. Του είπε ότι δεν ήθελε να μιλήσουν ξανά για τη σχέση τους, αφού είχε τελειώσει. Η φωνή του έσπασε, την παρακάλεσε να το ξανασκεφτεί. Ήταν κατηγορηματική. Τελείωσε.

Τις δυο εβδομάδες και κάτι που του πήρε να βγάλει το δίπλωμα και να αγοράσει το αυτοκίνητο τις εκμεταλλεύτηκε για να πιει αλκοόλ, ν’ ακούσει άθλια μουσική απ’ το ραδιόφωνο και να μοιραστεί τις σκέψεις του με τον Αγγέλου. Τον επισκεπτόταν κάθε βράδυ μετά τα μεσάνυχτα. Εκείνος είχε έτοιμο το μπουκάλι και τα ποτήρια, έβαζε τους υπολογιστές κι όλες τις οθόνες σε κατάσταση προσωρινής παύσης, και χωνόταν μέσα στην τεράστια πολυθρόνα του. Έμεναν για ώρα αμίλητοι, ώσπου κάποιος να θυμηθεί κάτι αξιοσημείωτο. Κανείς τους δεν θυμόταν ποτέ τίποτα. Η σιωπή αυτή όμως ήταν εξαιρετικά ευεργετική. Έπειτα, ο Αγγέλου σέρβιρε το ποτό και μιλούσαν.

«Αν ο Φραντς Κάφκα οδηγούσε, θα πρέπει μόνιμα να αισθανόταν πολύ δυσάρεστα μέσα στο αυτοκίνητό του, αν υποθέσουμε ότι η λογοτεχνία του διακατεχόταν από μια διαρκή αίσθηση εγκλεισμού, ή κλειστοφοβίας κι αν υποθέσουμε βεβαίως ότι είχε δικό του αυτοκίνητο».

«Ίσως ναι, ίσως και όχι. Μια απ’ τις πιο θεμελιώδεις δυνατότητες του αυτοκινήτου είναι η δυνατότητα της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας. Προσέχεις ότι μιλάω περί δυνατότητας. Η ελευθερία είναι επιλογή, δεν είναι υποχρέωση. Μπορεί κανείς, γνωρίζοντας οδήγηση, να γίνει οδηγός νεκροφόρας, μπουλντόζας, ή σχολικού λεωφορείου, μπορεί να οδηγήσει στα όρια προκαλώντας την τύχη του, κι ίσως το θάνατο μερικών συνανθρώπων του. Ποιος μπορεί να μας βεβαιώσει ότι ο Κάφκα θα επέλεγε αυτή κι όχι την άλλη χρήση, ότι θα αισθανόταν εγκλωβισμένος ή ελεύθερος μέσα στις λαμαρίνες του αυτοκινήτου; Εσύ αναγνωρίζεις τη λογοτεχνία του σα μια παρατεταμένη κρίση πανικού, απ’ όσο γνωρίζω όμως, εκείνος, όταν διάβαζε τη Δίκη στους φίλους του γελούσε δυνατά, την έβρισκε εξαιρετικά αστεία…»

Διέκοπταν τη συζήτηση για να αφηγηθούν μια προσωπική ιστορία και συνέχιζαν, έχοντας πλήρη συνείδηση της γελοιότητάς τους, αλλά το απολάμβαναν όσο τίποτα άλλο. Ο Αγγέλου εργαζόταν στο σπίτι με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Είχε σπουδάσει οικονομικά, νομικά και αρχιτεκτονική, ως τα 35 του σπούδαζε και τον ζούσαν οι γονείς του. Αυτό που τον κέρδισε όμως ήταν η παράλληλη ενασχόλησή του με τους υπολογιστές. Εργαζόταν για διάφορους ιδιώτες που ήθελαν να δημιουργήσουν φθορές στους ανταγωνιστές τους, χωρίς να γίνουν ποτέ αντιληπτοί. Ο Αγγέλου θεωρούσε ότι η δουλειά του συνέβαλλε μεν στο χάος, αλλά έκανε πράξη μια μορφή δικαιοσύνης πιο άμεσης και πιο αποτελεσματικής. Επίσημα, δούλευε για το κράτος. Συντηρούσε το δίκτυο πελατών δυο κρατικών εταιρειών καθώς και την ιστοσελίδα τους. Με τη δουλειά του είχε καταφέρει σύντομα να αποκτήσει μια σεβαστή περιουσία, αφού είχε αποκτήσει όνομα στην αγορά.

Ο Μοσχονάς τον εμπιστευόταν αλλά δεν συμμεριζόταν τις απόψεις του για την κοινωνία και την πολιτική. Οι διαφωνίες τους όμως με τον καιρό γίνονταν όλο και λιγότερες αφού γνώριζαν τα θέματα που δεν έπρεπε να θίγουν. Ο Αγγέλου ήταν ένα είδος συμβούλου του σε πρακτικά θέματα, οι αναλυτικές του ικανότητες ήταν πράγματι εκπληκτικές. Επειδή βλέπονταν όλο και πιο σπάνια, διατηρούσαν μια πολύ τακτική αλληλογραφία μέσω του διαδικτύου, η οποία ήταν και για τους δυο ζωτικής σημασίας.

Εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο την ευκαιρία που τους έδωσε η προσωρινή διαμονή του Μοσχονά στην Αθήνα και πέρασαν όλες εκείνες τις ημέρες συζητώντας απ’ τα μεσάνυχτα ως το πρωί. Ταυτόχρονα, έψαχναν στοιχεία για το έργο στο Λιμνοχώρι κάτι εξαιρετικά δύσκολο, αφού τα στοιχεία που επέπλεαν στο Διαδίκτυο ήταν ελάχιστα. Χρειάστηκε σπάσιμο κωδικών, τηλεφωνήματα κι άλλα τεχνάσματα προκειμένου να βρουν μερικούς χάρτες, κάποια κείμενα διαμαρτυριών, άρθρα, μελέτες και λοιπά άχρηστα δεδομένα. Πρώτος ενδιαφέρθηκε για το έργο ο Αγγέλου. Θυμήθηκε ότι είχε διαβάσει κάποτε μια δήλωση του πρωθυπουργού που έλεγε ότι το συγκεκριμένο έργο είναι «μείζον αναπτυξιακό ζήτημα ουσίας» που αφορά όλο τον ελληνικό λαό. Ο Μοσχονάς είχε σταματήσει εδώ και καιρό να ενημερώνεται από εφημερίδες και περιοδικά, οπότε οι πιθανότητες να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες από δηλώσεις πρωθυπουργών είχαν ελαχιστοποιηθεί. Επίσης έβρισκε την επιθυμία του Αγγέλου να βρει στοιχεία για το έργο νοσηρή, μια ακόμα εκκεντρικότητα ενός τύπου που κάθεται όλη την ημέρα μπροστά απ’ τις οθόνες των υπολογιστών του κι έχει την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να τα γνωρίζει όλα. Κάποια στιγμή, όταν εκείνος άρχισε να μιλά περί μιας σκοτεινής πτυχής κάποιας απαλλοτρίωσης στο Λιμνοχώρι, ο Μοσχονάς εξερράγη.

«Τι θες να πεις; Ότι η εταιρεία παρακάμπτει τους νόμους; Ότι χρησιμοποιεί τη δύναμή της ώστε να κάνει το δικό της; Ότι φτάνει στο σημείο να εξαπατήσει, να εκβιάσει, να… στο τέλος θα μου πεις ότι είναι ικανή ακόμα και να σκοτώσει για να πετύχει τους σκοπούς της».

Ο Αγγέλου μαζί με αρκετά κιλά, τα τελευταία χρόνια είχε βάλει και ψυχραιμία. Δεν έδειχνε πια ποτέ το θυμό του. Καταλάβαινες ότι κάτι συνέβαινε, ή ότι αισθανόταν άβολα, όταν προσπαθώντας να μιλήσει κεκέδιζε ανοιγοκλείνοντας νευρικά τα μάτια. Ηρεμούσε όμως γρήγορα. Του άρεσε να προκαλεί το Μοσχονά, γιατί ήξερε ότι η απάντηση που θα έπαιρνε θα ήταν σωστή και πλήρης. Αλλά για την υπόθεση στο Λιμνοχώρι άρχισε να βρίσκει στοιχεία όλο και πιο ενδιαφέροντα, τα οποία ωστόσο δεν έκαναν καμία εντύπωση στον φίλο του.

Ο Μοσχονάς σκεφτόταν την Ελπίδα πολύ περισσότερο απ’ όσο παραδεχόταν. Δεν κοιμόταν συνολικά ούτε 3 ώρες. Τις υπόλοιπες έπινε και γυρνούσε στους δρόμους. Έκανε τα μαθήματα οδήγησης, έβλεπε τον Αγγέλου κι έψαχνε για αυτοκίνητο.

Αφού αγόρασε το αυτοκίνητο που του υπέδειξε ο Αγγέλου, πρότεινε να πάνε μια βόλτα. Ήταν μετά τις 4 το πρωί. Αν και άνοιξη, ο καιρός ήταν κρύος. Ο Αγγέλου έβγαινε σπάνια απ’ το διαμέρισμά του, πόσο μάλλον να πάει ως τη θάλασσα. Άκουγαν ραδιόφωνο, αλλά φτάνοντας, το έσβησαν κι αυτό. Δε βγήκαν απ’ το αυτοκίνητο. Έμειναν σιωπηλοί, οι δυο τους να κοιτάζουν τον ορίζοντα. Αν μιλούσαν θα έλεγαν ότι αισθάνονταν μόνοι.

Έφυγαν μετά από δέκα λεπτά.

Αν θες να διαβάσεις το προηγούμενο κεφάλαιο πήγαινε εδώ.

Posted In:

Σχολιο

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s