7.
Η πόλη εξακολουθούσε να δρα μαγικά επάνω του. Την αγαπούσε και την ήθελε πολύ, κι ήξερε ότι κάποια μέρα θα κλεινόταν στην αγκαλιά της, κι εκείνη θα τον έσφιγγε μέσα της στοργικά, θα τον έτρεφε με τα καλύτερά της, και στο τέλος θα τον φίλευε αυτό πού ήθελε πιο πολύ, την θεραπεία της Σουλίτσας. Αλλά πρώτα, θα του έβρισκε μια δουλειά, όχι ό,τι κι ό,τι όμως. Ίσως, για παράδειγμα ΕΠΚ. Ναι ΕΠΚ, επίλεκτος παντός καιρού. Το πιο ολιγομελές και αποτελεσματικό σώμα όλης της πόλης, ίσως κι όλης της χώρας. Η πιο προηγμένη τεχνολογία στην υπηρεσία του ανθρώπου. Ένας υπερ-υπάλληλος του κράτους που κάνει σχεδόν τα πάντα, προς όφελος, εννοείται, του πολίτη. Σβήνει φωτιές, αναχαιτίζει ληστές και τρομοκράτες, σώζει από πλημμύρες, μεταφέρει ασθενείς, με λίγα λόγια κάνει οτιδήποτε του επιτρέπει η τεχνολογία. Κι έχει βεβαίως τον καλύτερο μισθό τουλάχιστον απ’ ό,τι λεγόταν, διότι οι πληροφορίες που αφορούσαν τους ΕΠΚ ήταν εμπιστευτικές κι απόρρητες. Φορούσαν όμως κάτι φόρμες απίθανες, και κρατούσαν κάτι φοβερά μηχανήματα στα χέρια τους, τα οποία είχαν δύναμη ικανή να τραβήξει ακόμα και ελέφαντα ή και να γκρεμίσει ολόκληρη πολυκατοικία, να ρουφήξει έναν μεγάλο άνθρωπο ή και να βομβαρδίσει ένα ολόκληρο χωριό. Είχαν συστήματα που τους επέτρεπαν να πετάνε και να ταξιδεύουν υποβρυχίως, είχαν μαζί τους όπλα, φάρμακα, και υλικά που έκαναν απίθανα πράγματα. Η στολή ενός ΕΠΚ, και μόνο, λέγεται ότι άξιζε όσο να αγοράσεις μια ολόκληρη πολιτεία. Αλλά πάλι, ίσως και όχι, να μην ήταν πολύ καλή ιδέα. Τώρα που ήξερε επακριβώς περί τίνος πρόκειται, του ήταν δύσκολο να αποφασίσει. Κι αυτό γιατί μια ημέρα ο Νικόλας είχε την σπάνια ευκαιρία να συναντήσει έναν στον υπόγειο σιδηρόδρομο.
Κι ευτυχώς ο Σούλης ήθελε να μάθει περισσότερα.

Πρέπει να περίμενε το πρώτο τρένο του πρωινού, ή το τελευταίο της νύχτας. Ο σταθμός ήταν εντελώς άδειος. Ο Νικόλας περίμενε κρατώντας με βία τα μάτια του ανοιχτά. Η ώρα περνούσε, χωρίς τίποτα να ταράζει την ησυχία, ώσπου ένας ήχος, σαν κάποιο θηρίο που βρυχάται, άρχισε να πλησιάζει απ’ τις σκάλες. Ο Νικόλας έκανε δυο βήματα στο πλάι, και κρύφτηκε πίσω από ένα μηχάνημα που πουλούσε αναψυκτικά. Έβγαλε λίγο έξω το κεφάλι του να δει, όταν πλέον ένιωθε τον ήχο να τον έχει πλησιάσει επικίνδυνα και ιδού, ένας άνθρωπος ντυμένος με ένα ολόσωμο άσπρο πράγμα και με κράνος στο κεφάλι, κοντοστέκεται απέναντί του και τον κοιτά. Στα χέρια του είχε την πηγή του τρομακτικού ήχου, ένα τεράστιο λάστιχο με μια εξίσου τεράστια χοάνη στην άκρη. (περισσότερα…)