Βιώσιμο μοντέλο λειτουργίας: Δωρεάν ή επί πληρωμή; Μια μεγάλη συζήτηση που αφορά όλη τη βιομηχανία της δημιουργικότητας.

Αν ένα Μέσο Ενημέρωσης και Ψυχαγωγίας θέλει να είναι εντελώς ανεξάρτητο θα πρέπει να μη στηρίζεται στα διαφημιστικά έσοδα, αλλά στον οβολό των θεατών, αναγνωστών, χρηστών του.

Γιατί να θέλει την ανεξαρτησία απ’ τη διαφήμιση; Γιατί η ανεξαρτησία αφήνει το Μέσο ελεύθερο να κάνει απερίσπαστο την πραγματική δουλειά του. Βέβαια, εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα. Όταν το Μέσο εξαρτάται απ’ τη διαφήμιση, προσπαθεί να την προσελκύσει με διάφορους τρόπους, ενώ ταυτόχρονα αποφεύγει να δυσαρεστήσει τους διαφημιζόμενους. Γίνεται με λίγα λόγια υπάκουο στα κελεύσματα της αγοράς των πωλητών. Όταν εξαρτάται απ’ τους χρήστες αναγκάζεται να υπακούει στα κελεύσματα των αγοραστών, μια ποιοτική διαφορά που δεν πρέπει να μας καθησυχάζει. Στο Διαδίκτυο, όπου οι παραγωγοί περιεχομένου θέλουν να έλξουν κλικ από θεατές για να έχουν περισσότερα κλικ σε διαφημίσεις, υποχρεώνονται να ρίξουν την ποιότητα του περιεχομένου, να το κάνουν όσο πιο φθηνό κι εύκολο γίνεται, για να αυξάνουν τη δημοτικότητά τους.

Όταν ένα Μέσο δίνει το περιεχόμενό του δωρεάν ουσιαστικά πουλά τους καταναλωτές στους διαφημιστές. Αγοράζει δηλαδή την προσοχή των ανθρώπων. Τους λέει με άλλα λόγια: δείτε αυτό το ενδιαφέρον περιεχόμενο δωρεάν, αλλά μαζί δείτε κι αυτές τις διαφημίσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με τις δωρεάν Διαδικτυακές πλατφόρμες. Σου παρέχονται δωρεάν κι εσύ είσαι υποχρεωμένος να βλέπεις διαφημίσεις. Πρόκειται για ένα βιώσιμο μοντέλο ενημέρωσης, που έχει κυριαρχήσει τα τελευταία χρόνια στην τηλεόραση, σε πολλές εφημερίδες, και στις ιστοσελίδες. Όμως αυτό το μοντέλο παρουσιάζει κάποια στρεβλωτικά χαρακτηριστικά που συμβάλλουν στην αναξιοπιστία και την εχθρότητα προς τα Μέσα. Τα περισσότερα Μέσα εκλαμβάνονται σαν πομποί προπαγάνδας κι είναι όντως έτσι. Άλλος προπαγανδίζει καταναλωτικά ή ιδεολογικά προϊόντα, άλλος διαφημίζει κόμματα και πολιτικές, άλλος διαφημίζει τοστιέρες. Οι περισσότεροι στηρίζονται σε τρίτους, κι όχι στο κοινό τους, κι η πραγματική τους δουλειά είναι να ευχαριστήσουν τους χρηματοδότες τους. (περισσότερα…)

Η ερευνητική δημοσιογραφία είναι πραγματικά μια πάρα πολύ δύσκολη, πάρα πολύ επικίνδυνη και πάρα πολύ απαιτητική υπόθεση. Αν μου ζητούσε ένας επίδοξος ερευνητής δημοσιογράφος να του μεταφέρω κάποιες γνώσεις που έχω αποκομίσει ερευνώντας μερικά θέματα, θα του έλεγα ότι:

Ο ερευνητής δημοσιογράφος φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν και κάνει αυτά που αρνούνται να κάνουν οι άλλοι λόγω των εξαρτήσεων και των αδυναμιών τους.

Όσο ανεξάρτητος κι αν είναι ο ερευνητής δημοσιογράφος, έχει πάντα τις προκαταλήψεις και τις αδυναμίες του και γι’ αυτό πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός. Κατ’ αρχήν, προκειμένου να αποσπάσει πληροφορίες είναι αναγκασμένος να δέχεται πολλά πράγματα, να κάνει συμβιβασμούς, να υποχρεώνεται. Όσο λιγότερες εξαρτήσεις έχει, πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές τόσο πιο ελεύθερα θα κάνει τη δουλειά του.

Ο σεβασμός της δεοντολογίας είναι κάτι πολύ σημαντικό. Ωστόσο, πολλές απ’ τις αποφάσεις και τις ενέργειες που αναλαμβάνει ο δημοσιογράφος τις κάνει στο σκοτάδι, χωρίς να τον βλέπει κανείς. Σε πολλές λοιπόν περιπτώσεις εξαρτάται πολύ απ’ την ατομική του ηθική στάση απέναντι στη ζωή, αλλά κι απέναντι στη δεοντολογία. Βέβαια, όλες οι αποφάσεις του θα αποτυπωθούν στο προϊόν της εργασίας του.

Είναι αδύνατο, εφόσον είναι άνθρωπος ο δημοσιογράφος, να τηρήσει ίσες αποστάσεις απέναντι στους χαρακτήρες των ιστοριών του. Το καλύτερο που μπορεί να κάνει είναι να έχει γνώση της μονομέρειάς του και να δίνει πάντα βήμα στην αντίθετη άποψη. (περισσότερα…)

Η εμμονή των παραδοσιακών Μέσων με τα παραπολιτικά και τα παρασκήνια επιτείνει το φόβο και το άγχος για το μέλλον. Είναι μια άχρηστη έμμονη, που μπορεί να αγοράζει χρόνο και να ικανοποιεί τους διαφημιστές, αλλά έχει καταστροφικά αποτελέσματα στην κοινωνία. Κατά τη γνώμη μου η εμμονή με το παρασκήνιο της πολιτικής είναι εν πολλοίς υπεύθυνη για την αίσθηση απόγνωσης κι ανημπόριας που κυριαρχεί στην κοινωνία. Ανεξάρτητα απ’ τις ιδεολογικές κι άλλες αγκυλώσεις του κάθε καναλιού, ως θεατές είμαστε υποχρεωμένοι να παρακολουθούμε καθημερινά δημοσιογράφους που εικάζουν, που κρυφακούν, που ανταλλάσσουν μικροπολιτικές φήμες και συζητούν σχολιάζοντας ακατάσχετα στη βάση υποθέσεων, και στην ουσία είμαστε ελάχιστα ενημερωμένοι. Η απόλυτη γνώση του παρασκηνίου συνιστά μια καλή αποπροσανατολιστική τακτική για να αποτραπεί η επαρκής γνώση της κεντρικής σκηνής, δηλαδή των όσων διαμείβονται επίσημα. Η συζήτηση για το παρασκήνιο και τα παραπολιτικά καθιστά τους πολίτες θεατές ανήμπορους να δράσουν. Είναι μια σαπουνόπερα του στυλ “ο τάδε είπε αυτό, ο άλλος προτίθεται να κάνει εκείνο” που απομακρύνει τους πολίτες ακόμα περισσότερο απ’ τα κέντρα λήψης αποφάσεων, αφού τα καθιστά μια κανονική θεατρική σκηνή. Οι παίκτες σ’ αυτό το σανίδι έχουν κανονικότατους ρόλους με αποτέλεσμα να εκλαμβάνονται απ’ την κοινωνία ως ηθοποιοί. Με τη διαφορά ότι είναι πολιτικοί που νομοθετούν και δημοσιογράφοι που ελέγχουν. Κι αντί να ενημερώνεται η κοινωνία για τα γεγονότα, ενημερώνεται εξαντλητικά για τα εικαζόμενα ενός θεάτρου. (περισσότερα…)