Χθες βαφτίσαμε τον ανηψιό μου κι εκτός απ’ το ίδιο το πολύ ευχάριστο γεγονός (μαζί με τις ευχές και τη συμμετοχή σ’ αυτές των φίλων και των συγγενών) δύο πράγματα σκεφτόμουν διαρκώς. Το ένα είναι λίγο μπανάλ. Αναρωτιέμαι, όταν μετά από 30 ή 40 χρόνια, θα βλέπει ο Γιάννης τις φωτογραφίες της βάφτισής του, τί θα σκέφτεται. Θα βλέπει χαμογελαστά πρόσωπα να τον αγκαλιάζουν, αλλά θα ξέρει ότι τότε υπήρχε κι ένα κλίμα μεγάλης οικονομικής κρίσης. Άραγε θα του λέει κάτι αυτό το γεγονός; Πιθανότατα όχι. Αυτό που θα βλέπει θα είναι ότι τον περιέβαλλαν όλοι με στοργή κι αγάπη, με χαμόγελα κι αισιοδοξία για το μέλλον του. Αυτό θα μετράει τότε, αυτό μετράει πάντα. Όσες δυσκολίες κι αν περνά μια χώρα, ένας τόπος, μια συλλογική προσπάθεια, τα άτομα, ο καθένας μεμονωμένα θα έχει τις προσωπικές του μνήμες. Κι όλα θα συνεχίζουν να κρίνονται στην ποσότητα και την ποιότητα του ενδιαφέροντος και της φροντίδας που παίρνουμε απ’ το περιβάλλον μας.

Το άλλο που σκεφτόμουν ήταν η κίνηση των γονιών του Γιάννη να ζητήσουν αντί για δώρα, να κατατεθούν χρήματα στο Χαμόγελο του Παιδιού. Είναι η πρώτη φορά που το βλέπω να γίνεται και ειλικρινά συγκινούμαι πολύ που γίνεται από δικούς μου ανθρώπους. Είναι μια κίνηση δοτικότητας και προσφοράς που νομίζω ότι την έχουμε μεγάλη ανάγκη ως κοινωνία. Να φροντίσουμε το διπλανό μας που έχει περισσότερη ανάγκη, να πάρουμε στα χέρια μας την αλληλεγγύη και να την κάνουμε πράξη όπως μπορούμε. Γιατί καθημερινά εκτυλίσσονται δράματα γύρω μας, δράματα που ούτε καν μπορούμε να φανταστούμε. Αντίθετα, συνεχίζουμε να δρούμε με τρόπους αυτόματους, και στις βαφτίσεις π.χ. συνεχίζουμε να δεχόμαστε και να δίνουμε άπειρα και συχνά περιττά δώρα που θα χαρίσουν πρόσκαιρες χαρές, θα κακομάθουν, θα κορέσουν τους μικρούς ανθρώπους. Γιατί να μην απαρνηθούμε όλα αυτά τα περιττά παιχνίδια, δίνοντας σε άλλους που έχουν πραγματική ανάγκη; Δε θα γίνουμε καλύτεροι έτσι; Δε θα συμβάλλουμε σε λύσεις; Στην ανακούφιση όσων πάσχουν; Στη συλλογική μας συνοχή; Ξέρω ότι κάποιοι θα προστρέξουν να πουν ότι δε θα αλλάξουν πολλά μ’ αυτό τον τρόπο, αλλά διαφωνώ. Μόνο έτσι θα αλλάξουν όλα. Όταν καθένας μας αρχίζει να μην επαναλαμβάνει τους αδιέξοδους αυτοματισμούς.

Όταν το χρήμα είναι η μέγιστη αξία και το ταμείο υπέρτατο φετίχ

Μια λέξη ακούμε συνέχεια αυτό τον καιρό. «Πληρώστε!» «Πληρώσατε;» «Θα πληρώσετε τόσα τώρα, κι άλλα τόσα μετά». «Τί; Δεν πληρώσατε ακόμα;» «Θα πληρώσετε κι εσείς». «Μα, μας είπατε ότι θα πληρώσουμε μόνο τόσα, όχι κι άλλα τόσα». «Α, τώρα όλοι θα πληρώσουν». «Δε θα μείνει κανείς χωρίς να πληρώσει». «Θα πληρώσουμε μέχρι να ματώσουμε».

Νομίζω ότι κανείς δεν έχει αμφιβολία ότι όλη η ενέργεια της χώρας και των πολιτών έχει συγκεντρωθεί στο ΤΑΜΕΙΟ. Το ταμείο είναι το μύχιο φετίχ της σύγχρονης Ελλάδας. Προξενεί καμία εντύπωση αυτό; Μάλλον όχι. Στο αξιακό σύστημα της Ελλάδας, τις τελευταίες δεκαετίες ήταν πάντα και σταθερά ΤΟ ΧΡΗΜΑ.

Το κοινό καλό, η κοινωνία, ο άλλος, η ίδια η ανθρώπινη ζωή έρχονται μετά. Η πρώτη μας αξία, εδώ και δεκαετίες ήταν (και συνεχίζει να είναι) το χρήμα, ο πλουτισμός, η οικονομική άνθιση κι ότι συνδεόταν με την επίτευξή της. Οι περισσότεροι εξαντλούσαν όλες τις δυνάμεις, όλη την ενέργεια σ’ αυτό, και σ’ ότι υλικό αποκόμιζαν απ’ αυτό. Οι υπόλοιπες αξίες μπορούσαν να περιμένουν… (περισσότερα…)

Έγραφα χθες στο Twitter ότι:

Αρκετοί έσπευσαν να συμφωνήσουν. Όμως μετά σκέφτηκα ότι δεν απέτυχε μόνο αυτή η διεφθαρμένη κι ασύδοτη Ελλάδα. Σίγουρα, αυτή ήταν η Ελλάδα που επιδοτούνταν, η Ελλάδα που παρουσιαζόταν φτιασιδωμένη στα κανάλια, η Ελλάδα για την οποία ήταν δήθεν όλος ο κόσμος υπερήφανος. Όμως αυτή η Ελλάδα ζούσε σε βάρος μιας άλλης Ελλάδας, η οποία δεν απέτυχε μόλις τώρα, καθώς οι αποτυχίες της ήταν καθημερινές. Ήταν η Ελλάδα της σκληρής δουλειάς, η Ελλάδα της εντιμότητας, του σεβασμού των Άλλων, η Ελλάδα της υπευθυνότητας, της λογικής, της ευαισθησίας, της πραγματικής αλληλεγγύης. Αυτή η Ελλάδα απέτυχε να έρθει στο προσκήνιο, απέτυχε να εμπνεύσει, να συσπειρώσει, να γίνει ελκυστική. Απέναντί της είχε το γρήγορο πλουτισμό, την αβάσταχτη ελφρότητα της καλοζωίας, τον ηδονισμό χωρίς όρια, το νοσηρό ατομικισμό του τσαμπουκά, την αποτελεσματικότητα της μίζας, τη γοητεία της έπαρσης. (περισσότερα…)