Στο Λύκειο, στο αλησμόνητο φροντιστήριο είχα έναν καθηγητή κοινωνιολογίας που μου άνοιξε τα μάτια και μου μετέδωσε την αγάπη για τις κοινωνικές επιστήμες, τη θεωρία, τις ιδέες. Τον έλεγαν Βασίλη Δημακόπουλο. Πήγα όλη την παρέα μου στο φροντιστήριο για να έχουν αυτό τον εξαιρετικό καθηγητή, τόσο πολύ με είχε επηρεάσει. Κάποια στιγμή ο φίλος μου κι εγώ του ζητήσαμε να μας προτείνει έναν συγγραφέα, εκτός των σχολικών πλαισίων, και χωρίς πολλά πολλά μας είπε “διαβάστε Κωστή Παπαγιώργη”.

papagiorgis-1024x683

Το πρώτο βιβλίο του που διάβασα πρέπει να ήταν το “Περί μέθης”. Τότε συνήθιζα να βάζω ημερομηνίες πάνω στα βιβλία. 9 Ιουλίου 1994. Πριν από 20 χρόνια. Συγκλονίστηκα. Δεν είχα διαβάσει ξανά τέτοια ελληνικά. Ούτε τέτοια ανάλυση. Ο τύπος δεν ήταν φιλόλογος, αλλά έγραφε για φιλολογικά θέματα μ’ έναν τρόπο μοναδικό και καθόλου βαρετό. Ο τύπος δεν ήταν φιλόσοφος, αλλά έγραφε για φιλοσοφικά ζητήματα σαν να σου μιλούσε ένας φίλος. Τα βιβλία του με συντρόφεψαν και με ζέσταναν κι έβαλαν φωτιά στο μυαλό μου. Έγινε ο αγαπημένος μου συγγραφέας. Ο γραφιάς που με έστρεψε στο δοκίμιο. Ο γραφιάς που μου έμαθε να διαβάζω λογοτεχνία. Τον διάβαζα όπου στεκόμουν κι όπου βρισκόμουν. Φυλούσα τις επιφυλλίδες του στον Επενδυτή, στο Αθηνόραμα, τις βιβλιοκριτικές του. Τον διάβασα και τον ξαναδιάβασα. Περίμενα το επόμενο βιβλίο του με αληθινή προσμονή.

Τον είδα στο απέναντι πεζοδρόμιο στα Εξάρχεια να κρατάει μια πλαστική σακούλα. (περισσότερα…)

Αυτός που χτυπάει την πόρτα λέγοντας «χαίρετε, ήρθα για να βοηθήσω» αντιμετωπίζεται διαχρονικά με καχυποψία. «Θέλει κι αυτός να με κλέψει» σκέφτεται ο νοικοκύρης. Οι περισσότεροι άνθρωποι θα του κλείσουν την πόρτα, θα τον κοροϊδέψουν, θα τον μειώσουν, θα δουν στην προσφορά του τα πιο ακραία κίνητρα, τις πιο σκοτεινές συμμαχίες. Έτσι είναι επί μακρόν αυτό.

Σήμερα, έχουμε την ψευδαίσθηση ότι γνωρίζουμε σε ποιούς κλείνουμε την πόρτα, γιατί τους έχουμε μάθει υποτίθεται, μέσα απ’ την τηλεόραση. Παλιά κλείναμε απλά την πόρτα, σήμερα τρολάρουμε στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. (περισσότερα…)

Δεν αποδέχομαι τον όρο Χαμένη Γενιά.

Αποδέχομαι τον όρο Ανώριμη ή και Καθυστερημένη γενιά. Είναι ένας όρος που περιγράφει τη γενιά στην οποία ανήκω και σκιαγραφεί σε μεγάλο βαθμό τη μεγάλη πλειοψηφία των συνομιλήκων μου. Είναι η γενιά που για πολλούς λόγους απέτυχε να ενηλιωθεί έγκαιρα.

generationΗ γενιά που προστατεύθηκε τόσο πολύ απ’ την προηγούμενη γενιά που κατέληξε παραδομένη πριν ακόμα αγωνιστεί. Η γενιά που καλείται να ζήσει μέσα στο επίχρυσο κλουβί της. Διάβασα σήμερα το άρθρο του Νίκου Ξυδάκη στην Καθημερινή και σκέφτηκα ότι αυτή η γενιά έχει πολλές επιλογές. Ξεκινά ηττημένη κι αργοπορημένη. Είναι η χελώνα στο γνωστό μύθο. Το πρόβλημά της είναι ότι δεν ξέρει σε ποιό πεδίο να δραστηριοποιηθεί. Διστάζει να ηγηθεί, αδυνατεί να συγκροτηθεί, περιμένει να τη σπρώξουν για να αναλάβει σοβαρές ευθύνες. Δεν ξέρει αν μπορεί να διεκδικήσει καλύτερο μέλλον, δεν ξέρει αν μπορεί να σχεδιάσει ένα νέο υπόδειγμα ζωής, δεν ξέρει καν αν θέλει να κάνει κάτι. Όλα είναι ανοιχτά και γι’ αυτό καθηλωτικά. (περισσότερα…)