Έχω γράψει ένα αρκετά εκτενές μυθιστόρημα, προϊόν δουλειάς πολλών χρόνων. Είναι ένα μάλλον δύσκολο ανάγνωσμα, που απαιτεί σίγουρα απ’ τον αναγνώστη κάποιο απόθεμα υπομονής κι επιμονής. Έχει ήδη απορριφθεί από 2μιση εκδότες αλλά δε θα το βάλω κάτω. Θέλω πολύ να εκδοθεί και να διαβαστεί, όχι μόνο γιατί έχω κοπιάσει για αυτό, αλλά και γιατί λέει αρκετά πράγματα για την χώρα μας, τους ανθρώπους της, και φυσικά για εμένα. Θέλω να το μοιραστώ με τους αναγνώστες, γι’ αυτό πρέπει να του επιφυλάξω και τις καλύτερες δυνατές συνθήκες ανάγνωσης. Έχει μεγάλη αξία και σημασία για εμένα.

Η κεντρική ιστορία του μυθιστορήματος περιστρέφεται γύρω απ’ την ανακάλυψη ενός γραπτού έργου. Στα χέρια του αφηγητή έρχεται ένα μπαούλο γεμάτο έγγραφα που ανήκουν σ’ έναν παλιό του φίλο. Μελετώντας το, ο αφηγητής έρχεται αντιμέτωπος με τη ζωή ενός ανθρώπου που εισέβαλλε στη ζωή του κι εξαφανίστηκε ξαφνικά, χωρίς καμμία προειδοποίηση.

Σ’ ένα απ’ αυτά τα κείμενα, παίζει κεντρικό ρόλο ένας δρόμος. (περισσότερα…)

Όταν ήμουν πιτσιρίκος υπήρξα κι εγώ ένας επηρμένος μαξιμαλιστής. Θέλω να πω ότι τα πρότυπά μου ήταν κυρίως μαξιμαλιστικά. Με είχαν συνεπάρει μ’ άλλα λόγια οι μεγαλόστομες αφηγήσεις της επαναστατικής μόδας που έβλεπαν παντού φοβερούς εχθρούς και πίστευα ότι μόνο ακραίες κι εντυπωσιακές λύσεις θα βοηθούσαν την ανθρωπότητα για να ξεπεράσει αυτούς τους δυσθεόρατους Λεβιάθαν. Μια επανάσταση, ένα μεγάλο και μαζικό γεγονός αφύπνισης θα ήταν η απάντηση της γης των κολασμένων. Γι’ αυτό και μου ασκούσαν έλξη οι διαπρύσιοι αρνητές του λεγόμενου συστήματος, οι καταραμένοι κι οι τρελοί εξεγερμένοι. Όσοι γκρέμιζαν το οικοδόμημα του καπιταλισμού με τις θεωρίες τους άξιζαν την προσοχή μου, ενώ όσοι επιχειρηματολογούσαν ακόμα κι υπέρ ενός ρεαλιστικού αλλά ανατρεπτικού ρεφορμιστικού προγράμματος ήταν στα μάτια μου «χρήσιμοι ηλίθιοι» και θλιβεροί απολογητές ενός τεράστιου λάθους. Οι ισοπεδωτές που τολμούσαν να οικοδομήσουν κιόλας μια ουτοπία ή έστω ένα έστω ασαφές πρόγραμμα ξεπεράσματος της σαπίλας ήταν οι πραγματικοί ήρωές μου. Συνήθως ήταν άτομα που πέθαιναν από το αλκοόλ, αυτοκτονούσαν ή δολοφονούνταν. Παράδειγμα ο Γκυ Ντεμπόρ. (περισσότερα…)

Είδα χθες στον ύπνο μου τον Ονορέ ΝτεΜπαλζάκ. Καθόμασταν παρέα σε μια μπρασερί κοντά στο Πάνθεον. Μου παραπονέθηκε γιατί δεν παρουσίασα το νέο μυθιστόρημά του στο GarageBOOKS. Δεν ήξερα τί να του πω. “Μου στέλνουν πολλά βιβλία”, είπα αμήχανα, “και το δικό σου θάφτηκε κάτω από μια στοίβα δοκιμίων”. “Τουλάχιστον το διάβασες;” ρώτησε. (περισσότερα…)