Πριν από 20 χρόνια, ως 20χρονος φοιτητής δούλευα σ’ έναν εκδοτικό οίκο ως «το παιδί με το μηχανάκι». Έκανα τις διανομές των παραγγελιών στα βιβλιοπωλεία με τη βέσπα μου. Μια μέρα ο εκδότης εργοδότης είπε να τυπώσουμε το φαξ που έστειλε και να το μεταφέρουμε μέσα σ’ ένα φάκελο στον Υπουργό. Ήταν το βιογραφικό μιας κοπέλας που έπρεπε να διοριστεί. Στην πρώτη σελίδα, σε πρώτο ενικό ο εκδότης, έλεγε στον Υπουργό με το μικρό του όνομα, «αυτό είναι το βιογραφικό της κοπέλας που λέγαμε».

Δεν είχα την πονηριά ή την ετοιμότητα, αν προτιμάς, να βγάλω μια φωτοτυπία εκείνου του σημειώματος και να το κρατήσω σαν θλιβερό αναμνηστικό εκείνης της εποχής. Δεν ξέρω αν διορίστηκε εκείνη η κοπέλα. Μετά έμαθα ότι ο Υπουργός ήταν κουμπάρος του εργοδότη μου και κατάλαβα το κλίμα οικειότητας. (περισσότερα…)

Ο πατέρας μου πέθανε στα 42 του χρόνια από ανακοπή καρδιάς. Έφραξε η αορτή του. Ήταν ένας εξαιρετικά εθισμένος στη νικοτίνη άνθρωπος, ο ορισμός του φανατικού καπνιστή. Ένας γιατρός κάποτε του είπε το τσιγάρο ή τη ζωή σου, κι εκείνος δυστυχώς διάλεξε το τσιγάρο. Η καθημερινότητα, το άγος της καταξίωσης, οι υποχρειώσεις, οι πιέσεις, δεν του άφησαν καθαρό χώρο στο μυαλό. Ίσως και να μην πίστεψε ποτέ ότι θα τον νικούσε ο καπνός.

Στο σαλόνι του σπιτιού μας, στο λεγόμενο σκρίνιο, υπήρχε επί πολλά χρόνια ένα αρκετά παράξενο και μάλλον μακάβριο αντικείμενο. Ήταν το τασάκι που χρησιμοποιούσε ο πατέρας μου στη δουλειά του, μαζί μ’ ένα πιπάκι που έβαζε πότε πότε στο τσιγάρο του, τοποθετημένα μέσα σ’ ένα διάφανο κουτί, σαν έκθεμα μουσείου. Ένας καλοσυνάτος κι ευγενέστατος κλητήρας της τράπεζας στην οποία εργαζόταν, είχε πάρει το τασάκι απ’ το γραφείο του, το είχε κλείσει σ’ ένα διάφανο πλαστικό κουτί, κι είχε προσθέσει μια μικρή επιγραφή που έλεγε δε θα μάθω ποτέ το τσιγάρο. Θυμάμαι σαν να ήταν χθες τη στιγμή που μου το έδωσε στα χέρια και συγκινούμαι. (περισσότερα…)

θα ήθελα να περιέχει πολλή αγάπη, ευγνωμοσύνη κι ομορφιά. Αν έχεις ήδη σπεύσει να κρίνεις την προηγούμενη πρόταση, θεωρώντας την new age βλακείες, μη συνεχίζεις την ανάγνωση, έχεις σίγουρα πιο ενδιαφέροντα πράγματα να κάνεις. Αν πάλι θέλεις να δώσεις μια ευκαιρία σε μια διαφορετική οπτική, δοκίμασε.

Αν αυτό ήταν το τελευταίο κείμενο που γράφω στη ζωή μου θα ήθελα να λέει σε εσένα προσωπικά, που διαβάζει τώρα, ότι το πρώτο και κύριο πράγμα που έχεις να κάνεις στη ζωή σου είναι να ξεδιαλέξεις ποιά είναι τα ουσιώδη απ’ τα περιττά. Για εμένα είναι οι άνθρωποι που αγαπώ. Είναι βέβαια κι οι ιδέες, τα τοπία, τα διανοητικά παιχνίδια, οι ηδονές, οι περιπέτειες, οι αναμνήσεις, οι στόχοι, οι τραγικές απώλειες, κι άλλα πολλά. Αλλά πάνω απ’ όλα είναι οι άνθρωποι. Απ’ τη μάνα και τον πατέρα που σε φέρνουν στη ζωή και τους φέρεις μια ζωή μέσα σου, ως τους ανθρώπους που διαλέγεις να γίνουν σύντροφοί σου για μια ζωή, τη γυναίκα, τον άντρα, τους αγαπημένους φίλους σου, πάνω απ’ όλα είναι οι άνθρωποι, οι σχέσεις που αναπτύσσεις μαζί τους μέσα στα χρόνια κι η αγάπη που σας φέρνει όλο και κοντύτερα. Όλα τα άλλα, για εμένα, είναι δευτερεύοντα, είναι επιβεβαιώσεις, αναγκαίες ενδεχομένως, του Εγώ, σε μια αναγκαία και διαρκή απόπειρα συγκρότησης μιας εφήμερης ταυτότητας, που θέλει να την θαυμάζουν, δηλαδή, να την αγαπούν.

Αν λοιπόν αυτό ήταν το τελευταίο κείμενο που γράφω στη ζωή μου θα ήθελα να σου υπενθυμίζει ότι αυτό που μας κάνει ανθρώπους είναι η ικανότητά μας να αγαπάμε ο ένας τον άλλον, να τον ερωτευόμαστε και να θέλουμε να περνάμε χρόνο μαζί. Κι αν ζηλεύουμε, κι αν φοβόμαστε, κι αν χάνουμε τον προσανατολισμό μας και την κατανόησή μας για τον άλλον, κι αν εχθρευόμαστε ο ένας τον άλλον, κι αν λιγοψυχάμε, κι αν προδίδουμε και μας προδίδουν, κι αν ελπίζουμε ακόμα, είναι γιατί είμαστε θνητοί, και ξέρουμε ότι κάποια στιγμή μοιραία, δε θα είμαστε πια μαζί. Αυτή η γνώση, η τρομοκρατική, μάς κάνει εύθραυστους και σκληρούς μαζί. Αλλά μας δίνει κι ένα μέτρο. Δεν έχουμε απεριόριστο χρόνο για να αφήσουμε το στίγμα μας σ’ αυτό τον πλανήτη.  (περισσότερα…)