Χθες πήγα στο θέατρο Εμπρός, όπου γίνεται μια προσπάθεια από ανθρώπους του θεάτρου και του χορού να «γίνει κάτι». Το θέατρο ανήκει στο υπουργείο Πολιτισμού, αλλά έχει εγκαταλειφθεί εδώ και καιρό, αφού πέθανε ο ενοικιαστής του Τάσος Μπαντής και δεν υπήρξε κάποιο σχήμα να τον διαδεχθεί. Οι άνθρωποι αυτοί, μπήκαν στο θέατρο για να το λειτουργήσουν μερικές μέρες και να δείξουν ότι διάθεση και ανθρώπινο δυναμικό υπάρχει. Φεύγοντας περπατήσαμε στου Ψυρρή και συνειδητοποιήσαμε ότι η περιοχή έχει αλλάξει εντυπωσιακά. Τα μισά μαγαζιά έχουν κλείσει, κι όσα έχουν απομείνει ήταν μισοάδεια. Η εικόνα αυτή για Σαββατόβραδο, πριν από 2 χρόνια θα ήταν αδιανόητη. Νομίζω ότι η περισσότερη κίνηση έχει μεταφερθεί τώρα στον Κεραμικό, ωστόσο η περιοχή Ψυρρή, παρουσιάζει σήμερα μια εικόνα πολύ απογοητευτική. Ανηφορίσαμε και την Κολοκοτρώνη, είχε δυνατό αέρα, και τα σκουπίδια είχαν σκορπίσει ολόγυρα. Η εικόνα της εγκατάλειψης ήταν διάχυτη παντού. Τα γεμάτα διάσπαρτα σκουπίδια πεζοδρόμια. Οι άστεγοι που κοιμούνταν σε εισόδους, η λιγοστή κίνηση. Σαββατόβραδο στο κέντρο της Αθήνας. Μια εγκατάλειψη ολοκληρωτική, ήσυχη και μακάρια. Όμοια μ’ εκείνη την εγκατάλειψη από έναν εραστή. Μια αγάπη που σώθηκε. Ένας ενδιαφέρον που σίγησε για πάντα. Ελπίζω να είναι πρόσκαιρο όλο αυτό. Να κινητοποιηθεί η κοινωνία, όλοι μας και να οικειοποιηθούμε ξανά το ζωτικό μας χώρο. Απ’ την άλλη δε μπορώ να θρηνήσω για το τέλος της μοναδικής μας επιχειρηματικής δραστηριότητας, του εστιατορίου ή του μπαρ. Ας δούμε επιτέλους και τί άλλο μπορούμε να κάνουμε.

Εξεγέρθηκα κι εγώ ως νέος και δεν το μετανιώνω. Συμμετείχα σε καταλήψεις, πήγαινα σε πορείες. Το να μάθεις να αμφισβητείς είναι θετικό. Όμως δε μπορείς να μάθεις ΜΟΝΟ αυτό. Πρέπει να μάθεις και να διεκδικείς. Αλλά δε μπορείς να μάθεις ούτε αυτό μόνο. Πρέπει και να μάθεις να δημιουργείς, να προτείνεις, να δουλεύεις, να συνεργάζεσαι. Πρέπει σ’ αυτά που αρνείσαι να μπορείς να αντιπαραθέτεις απτές και ρεαλιστικές λύσεις. Πρέπει να κοιτάς το δάσος, αλλά πρέπει να κοιτάς και το δέντρο. Διαβάζω ότι θα δοθούν μαύρα περιβραχιόνια σε μαθητές για να τα φορέσουν στις παρελάσεις. Έχω παρελάσει κι εγώ και σήμερα βρίσκω τη μαθητική παρέλαση εντελώς άχρηστη. Τσάμπα ξόδεμα ενέργειας και σπατάλη. Στα σχολεία πρέπει να διδάσκονται όλα, αλλά αυτή η εμμονή με την ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ που δεν παράγει καμία ουσιαστική αλλαγή, μόνο επιζήμια μπορεί να είναι. Επίσης, στους νέους δεν πρέπει να δίνονται διπλά μηνύματα. Πρέπει να καλλιεργείται η κρίση τους για να αποφασίζουν εκείνοι τι θα πράξουν για τη ζωή τους. Νομίζω ότι τις τελευταίες δεκαετίες το εκπαιδευτικό μας σύστημα έχει επιδείξει (δια των κομμάτων, των νεολαιών, των οργανώσεων) δυσανάλογα μεγάλυτερο ζήλο στην ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ παρά στην Κριτική Ικανότητα και τη Δημιουργικότητα. Είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Ό,τι κι αν κάνεις θα το έχεις καταπιεί άκριτα, δηλαδή. Νομίζω ότι έχει έρθει ώρα να δούμε εκ νέου πως θα αλλάξει αυτή η χώρα. Ένα βήμα είναι να δώσουμε στα νέα παιδιά τα εργαλεία, την καθοδήγηση και τη γνώση προκειμένου να αναπτύξουν δική τους κρίση, ανεξαρτησία και δημιουργικότητα. Ας μην τα εγκλωβίζουμε συνέχεια στην ασπρόμαυρη λογική μας, ας μην τα κατευθύνουμε μόνο στην άρνηση γιατί το μόνο που θα μπορούν να ονειρεύονται θα είναι κάτι αρνητικό. Μόνο έτσι πιστεύω ότι θα υπάρξει ελπίδα για το μέλλον.

Τα τελευταία χρόνια έχω επικεντρωθεί στη μελέτη κι έρευνα κάποιων πολύ συγκεκριμένων πεδίων. Συγκεκριμένα έχω εστιάσει στο Διαδίκτυο, τη Διαφήμιση, την Κατανάλωση κι εσχάτως στην Οδική Ασφάλεια.

Σε όλα αυτά τα αντικείμενα έχω αντιμετωπίσει μια σειρά από αντιδράσεις που έχουν ως κοινό παρανομαστή την καχυποψία, τη δυσπιστία και την αδιαφορία. Λογικό, καθώς ποτέ δεν ανήκα σε κάποια “παρέα”, ή κλίκα διανοούμενων. Ωστόσο, η κριτική, η έρευνα κα τα συμπεράσματά μου, θα μπορούσαν να αποτελέσουν έστω κάποια αφορμή για διαλόγους -κάτι που έγινε πάρα πολύ αποσπασματικά και περιθωριακά. Ο λόγος της ανάρτησης όμως δεν είναι να γκρινιάξω, άλλωστε πολλές φορές έχω φιλοξενηθεί σε κοινωνικούς χώρους και σε Μέσα για να μιλήσω. Το παράπονό μου δεν είναι προσωπικό.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι στη χώρα μας τα τοπικά, τα μερικά ζητήματα αντιμετωπίζονται με περιφρόνηση. Αν δεν μιλάς για την παγκόσμια επανάσταση ή τουλάχιστον για την Ελληνική επανάσταση, δε σου δίνει κανένας σημασία. Γενικά, αν δεν φωνάζεις, αν δεν προσβάλλεις, αν δεν λες χοντράδες είναι απίθανο να ακουστείς ως νέος διανοούμενος. Η εμπειρία μου είναι ξεκάθαρη. Ελάχιστοι, οι μάλλον μόνο οι περισσότερο ευαίσθητοι κι ανεξάρτητοι άνθρωποι θα δώσουν σημασία στη δουλειά σου, αν αυτή δεν περιέχει μεγαλοστομίες, αν δεν ασχολείται με το όλον (και μάλιστα με τη λογική του όλα ή τίποτα), αν δεν βάζει στο στόχαστρο κάτι πραγματικά μεγάλο.

Ουσιαστικά, έχει καλλιεργηθεί στο δημόσιο λόγο ένας μαξιμαλισμός που διαβρώνει κάθε δημόσια έκφραση κι είναι σχεδόν υποχρεωτικός. Είτε γράψεις βιβλίο, είτε γυρίσεις ταινία, είτε πεις κάτι δημόσια, αυτό το κάτι θα πρέπει να έχει έναν συνολικό χαρακτήρα, να περιγράφει την κατάσταση ολοκληρωτικά, να ζωγραφίζει τη μεγάλη, τη μεγαλύτερη δυνατή εικόνα και να ζητάει το αδύνατο, το ανέφικτο. (περισσότερα…)