Κοινωνική παθολογία και κοινωνικός ψυχαναγκασμός στην Ελλάδα του 2011.

Μια κοινωνία που δε μπορεί να διαχειριστεί τα σκουπίδια της, είναι αδύνατο αξιωματικά να απολαύσει κάτι, έγραφα το πρωί στο Twitter. Η διάγνωση είναι μάλλον κάτι που προσεγγίζει τη Νεύρωση. Η Νεύρωση είναι μια διαταραχή που τείνει να κυριαρχήσει τόσο στις συλλογικές όσο και στις ατομικές μας εκδηλώσεις. Το βλέπουμε παντού και με αφορμή διάφορα κοινωνικά γεγονότα: Όταν όμως ακόμα και η απόλαυση γίνεται νεύρωση, η διαμαρτυρία μπορεί να είναι απλά ένας ακόμα (κοινωνικός, αυτοματικός) ψυχαναγκασμός. Και η θεραπεία; Ποιά θεραπεία; Μου απαντά ο @MacKaralaz «Τί θεραπεία για μια κοινωνία που έχει χάσει ακόμα και το ένστικτο της επιβίωσης και σκοτώνεται μόνη της (τροχαία, κάπνισμα, ρύπανση);» Και συμφωνώ. Ταχύτητα, καπνός, υπερκατανάλωση άχρηστων προϊόντων, επίδειξη: η αυταπάτη ότι απολαμβάνω (το αδιέξοδό μου) –όλα αυτά γίνονται αντίδοτα πρόσκαιρα στη Νεύρωσή μας. Ακόμα και η γυμναστική γίνεται ψυχαναγκασμός, ανταγωνιστικό πεδίο, υποχρέωση. Α, μην ξεχάσω την Αντίσταση, και την επαναστατική γυμναστική! Κάθε επιλογή εδώ τείνει σε μια επιφανειακή αντιμετώπιση των ενδογενών μας προβλημάτων, σύμπτωμα της οποίας είναι οι κανιβαλικές συμπεριφορές και η επέκταση του ανορθλογισμού. Μέσω της τακτικής επανάληψης συνηθειών (που παύουν πλέον να είναι συνήθειες, αλλά κανονικά καθήκοντα) κάθε κοινωνική ομάδα βρίσκει το νόημα και το νήμα της ύπαρξής της. Και βέβαια, εδώ συμφέρει η ύπαρξη του εχθρού: αυτοί που δεν αντέχουν τη δική μας νεύρωση είναι αντίπαλοι. Ομοίως κι εκείνοι που έχουν διαφορετική νεύρωση από εμάς. Στο σύνολό μας ωστόσο αδιαφορούμε όλοι για τις αιτίες, κοιτάζουμε μόνο τα επιφαινόμενα και προχωράμε σαν υπνοβάτες. Όλες οι εσωτερικές μας αγωνίες, οι ανάγκες, οι επιθυμίες, τα αδιέξοδα, τα πένθη, οι φόβοι καλύπτονται κάτω από εκδηλώσεις βίας, απόγνωσης, προσβολής, επίδειξης και μανίας. Η κοινωνία δεν αναζητά τρόπους συνεργασίας κι αλληλεγγύης, ούτε βέβαια και αυτοσυνειδησίας. Αναζητά μόνο χάπια που «κουκουλώνουν» τα προβλήματα κι επιτρέπουν την επιβίωση. Επιπλέον καλλιεργείται και μια πεποίθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει προς το καλύτερο, οπότε η νεύρωση γίνεται αμετάβλητη Μοίρα. Και οι ψυχαναγκασμοί συνεχίζουν να αποτελούν τη μόνη διέξοδο για να αντέξει η κοινωνία τα αβάσταχτα άλγη της. Σε επόμενη ανάρτηση, θα περιγράψω σε γενικές γραμμές, κάτι που θα μπορούσε να είναι μια λύση.

Μερικές σκέψεις για το πολιτικό μάρκετινγκ

Μερικά απ’ τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα και τις εικόνες της καμπάνιας του υποψηφίου για την προεδρία των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα έλκουν την καταγωγή τους απ’ την τέχνη του δρόμου. Ο καλλιτέχνης του δρόμου Σέπαρντ Φέιρι είναι εκείνος που έφτιαξε το πιο διάσημο, επίσημο πλέον, πόστερ του Ομπάμα. Με αφορμή αυτό το ποστ της Βίβιαν Ευθυμιοπούλου, σκέφτηκα ότι η αισθητική παίζει πάρα πολύ μεγάλο ρόλο στην πολιτική, αλλά ότι πρέπει να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί και καχύποπτοι απέναντί της. Οι πολιτικοί στην καλύτεροι περίπτωση μεταδίδουν την αισθητική που έχουν. Στη χειρότερη ωστόσο φορούν ένα ξένο ρούχο που τους έχει φορεθεί. Όταν κάποιος πολιτικός βέβαια είναι αρκετά ευέλικτος, όλα είναι δυνατά. Τόσο για το καλύτερο, όσο και για το χειρότερο.

Ο προοδευτικός Ομπάμα εκμεταλλεύεται τη δύναμη του grassroots κινήματος και δε διστάζει να χρησιμοποιήσει καθετί που σχετίζεται με τον κόσμο εκεί έξω – μέχρι και τους ως χθες παράνομους αλήτες των δρόμων-  προκειμένου να διαδώσει το μήνυμά του. Οι παράνομοι τώρα βλέπουν στο πρόσωπο του Ομπάμα έναν ηγέτη που τους αποποινικοποιεί, και τους φέρνει στο προσκήνιο. Η κίνηση του Ομπάμα περιέχει έναν συμβολισμό ανοχής, νεανικότητας, δράσης, προοδευτισμού. Στα σημεία η υπόσχεση είναι σαφής. Ωστόσο στην ουσία ποτέ ο Ομπάμα δεν παίρνει επίσημα θέση υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης (σχετικά με το γκραφίτι π.χ.). Σε αυτή την περίπτωση χρησιμοποιεί την αισθητική για να γίνει αρεστός, να έλξει τους νέους ψηφοφόρους, αλλά δεν τον ενδιαφέρει να εμβαθύνει. Αυτή είνα η λειτουργία της αισθητικής: ένα πρώτο επίπεδο που σε καλεί να πάρεις θέση μ’ ένα «μ’ αρέσει/δε μ’ αρέσει». Καθώς οι πολλοί φαίνεται ότι θα μείνουν σ’ αυτό το επίπεδο, η αξία της αισθητικής στις κοινωνίες είναι μεγάλη. Η ψηφοφορία στις εκλογές αρχίζει ολοένα και περισσότερο να μοιάζει με το δημοφιλές τηλεοπτικό φορμάτ του talent show. Ανάμεσα σε δύο εξαιρετικές φωνές, στο τελικό στάδιο, αρχίζουν να παίζουν ρόλο εντελώς υποκειμενικά σημεία, αν ο διαγωνιζόμενος είναι άνδρας ή γυναίκα, αν τραγουδά το ένα ή το άλλο είδος μουσικής, αν ντύνεται ωραία, αν μοιάζει με κάποιον ή κάποια άλλη μεγάλη τραγουδίστρια η τραγουδιστή, αν έχει ωραία μαλλιά, αν η προφορά του θυμίζει κάτι, αν είναι ψηλός, ξανθός κ.λπ. Τα κριτήρια δηλαδή γίνονται μόνο αισθητικά. Όχι ότι δε λένε κάτι όλα αυτά για τον υποψήφιο ή την υποψήφια, αλλά η εκλογή ξεφεύγει απ’ το αν τραγουδά καλά ή όχι. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι αμφότεροι οι διαγωνιζόμενοι, αναφορικά με το τραγούδι, είναι εξίσου καλοί…

Και μ’ αυτή την έννοια, έχει μεγάλη σημασία τόσο η διαφοροποίηση όσο και η πόλωση. Όσο πιο αναγνωρίσιμα, απλά, και καθαρά είναι τα σύμβολα, οι εικόνες, η γλώσσα, ο ενδυματολογικός κώδικας, οι τρόποι συμπεριφοράς μιας πολιτικής κίνησης, ενός κόμματος, ή ενός πολιτικού, τόσο πιο καλά, βλέπε Ναζισμός. Νομίζω ότι το δείγμα της επιτυχίας ενός πολιτικού δεν είναι οι οπαδοί του αλλά αυτοί που τον μισούν και μόνο που τον βλέπουν. Σημαίνει ότι δεν απεχθάνονται μόνο όσα λέει, αλλά και όσα εκπέμπει μέσω της αισθητικής του. Τότε ο πολιτικός έχει γίνει ο ίδιος ένα σύμβολο, κάτι που τον κάνει εύκολα «εμπορεύσιμο», κι άρα επιτυχημένο.

Το ερώτημα είναι ότι όσο πιο διαλεκτικός, όσο πιο περιεκτικός είναι ένας πολιτικός, τόσο θα τείνει προς πιο ρευστές εικόνες και σύμβολα; Αυτό είναι συζητήσιμο.

Στην Ελλάδα πάντως μια προσέγγιση τύπου Ομπάμα έχει γίνει μόνο στο επίπεδο του Διαδικτύου και του netroots καθώς το ΠαΣοΚ κι ο πρόεδρός του έχουν προσεγγίσει με αυτό τον τρόπο το Διαδίκτυο. Σε καμία περίπτωση τους καλλιτέχνες του δρόμου ή γενικώς τους καλλιτέχνες. Στην Ελλάδα η τέχνη είναι προνόμιο μόνο της αριστεράς. Τα σύμβολα, και οι εικόνες των καλλιτεχνών γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης μόνο απ’ την αριστερά, χωρίς όμως σοβαρά αποτελέσματα και μάλλον απρόθυμα…

Τσαμπουκάς (ο) (αργκό) 1. ζόρικη και μάγκικη συμπεριφορά, που τη χαρακτηρίζει το επιθετικό, θρασύ και απειλητικό ύφος: έρχεται κάθε τόσο και μας πουλάει ~ ΣΥΝ. Τσαμπουκαλίκι, ζοριλίκι, νταϊλίκι, μαγκιά 2. (συνεκδ.) αυτός που υιοθετεί τέτοια συμπεριφορά, ζόρικος και σκληρός άνθρωπος: παριστάνει τον ~, αλλά δείναι δειλός ΣΥΝ, τσαμπουκαλής 3. η μαχητικότητα, ο δυναμισμός και η αυτοπεποίηθηση: χρειάζεται ~ σ’ αυτή τη δουλειά, αλλιώς θα σε κάνουν οι άλλοι ό,τι θέλουν // ό,τι κέρδισε, το κέρδισε με τον ~ του. ΦΡ. Σπάω τον τσαμπουκά (κάποιου)! Κάμπτω την αυτοπεποίθηση κάποιου, ώστε να γίνει υπάκουος ή να μην αντιδρά δυναμικά: κάνει καψώνια στους νεοσύλλεκτους, για να τους σπάσει τον τσαμπουκά. [ΕΤΥΜ. <τουρκ. Sabika «προηγούμενη καταδίκη, ποινή – ποινικό παρελθόν»]. Λεξικό της Νέας Ελληνικής, Γ. Μπαμπινιώτης.

Μάλλον τον μάθαμε επί Τουρκοκρατίας, και εξακολουθούμε να είμαστε πολύ υπερήφανοι για αυτόν.
Είναι ο τρόπος να επιλύουμε τις διαφορές μας, ο τρόπος να επιβάλουμε τη θέλησή μας, ο τρόπος να ελέγχουμε, να συζητάμε, να αποφεύγουμε τις δυσάρεστε εκπλήξεις. Ο τσαμπουκάς έχει γίνει εθνικό χαρακτηριστικό. Πολλοί τον θεωρούν απαραίτητο για την τόνωση της αυτοπεποίθησής μας. Νομίζουν ότι τα πρόβατα δεν μπορούν να τσαμπουκαλευτούν. Κι έχουν την εντύπωση ότι ο τσαμπουκάς είναι γνώρισμα ενός ελεύθερου λαού…