Πριν από μερικούς μήνες αποδέχτηκα την πρόταση των εκδόσεων Μεταίχμιο να μεταφράσω το βιβλίο του Jeff Jarvis, “What Would Google Do?”. Η εμπειρία της μετάφρασης ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, αν κι αρκετά απαιτητική και τολμώ να πω κοπιαστική. Την περίοδο που μετέφραζα το βιβλίο έτυχε να πάω στις Η.Π.Α και να κανονίσω μια συνέντευξη με τον Jarvis. Μου την παραχώρησε την τελευταία ημέρα της παραμονής μου στη Νέα Υόρκη. Επί μια ώρα είχα μποροστά μου έναν πολύ ευγενικό κι ανοιχτό άνθρωπο, με χαμόγελο και ριζοσπαστικές ιδέες, έναν οραματιστή του Διαδικτύου, να απαντά στις ερωτήσεις μου και να μιλά με θέρμη για το βιβλίο του. Ήταν απολαυστικός.

Το βίντεο έγινε για λογαριασμό των εκδόσεων Μεταίχμιο, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου “Τι θα έκανε η Google;” του Jeff Javis σε δική μου μετάφραση, το οποίο κυκλοφορεί σήμερα στα βιβλιοπωλεία. Σας συστήνω ανεπιφύλακτα να το διαβάσετε, μπορεί να γίνει πηγή έμπνευσης για τους ζοφερούς αυτούς καιρούς που περνάμε. Εννοείται ότι είμαι ανοικτός σε σχόλια για τη μετάφραση ή οτιδήποτε άλλο. Στην αρχή του βιβλίου, υπάρχει κι ένα δικό μου προλογικό σημείωμα που έχει εγκριθεί απ’ το συγγραφέα. Περισσότερα για το βιβλίο, μπορείτε να δείτε εδώ. Φυσικά, θα επανέλθω…

*Θέλω να ευχαριστήσω τον κ. Παπαγεωργίου των εκδόσεων Μεταίχμιο που μου εμπιστεύτηκε τη μετάφραση κι ήταν άψογος σε όλη τη διάρκεια της συνεργασίας για την έκδοση. Για τον Jarvis ό,τι και να πω θα είναι λίγο…


Διαβάζω εδώ και καιρό ένα επιχείρημα υπέρ της ανώνυμης δημοσίευσης γνώμης κι έρευνας το οποίο κατά τη γνώμη μου είναι σκοταδιστικό, αντιδημοκρατικό κι εν πολλοίς στρεβλό. Λένε κάποιοι ότι στο Διαδίκτυο, η ανωνυμία μας κάνει να προσέχουμε τα περιεχόμενα κι όχι τις μορφές, να δίνουμε βαρύτητα σε αυτά που λέγονται κι όχι σε αυτούς που τα λένε. Με μια πρώτη ματιά το επιχείρημα φαίνεται βάσιμο. Τέλος στις αυθεντίες, στους σταρ, στους κάθε λογής επώνυμους και διάσημους. Καλωσήρθατε στον ισότιμο κόσμο της ανωνυμίας, όπου κάθε άποψη στέκεται ισότιμα δίπλα στις άλλες, χωρίς τη διαμεσολάβιση των ειδικών, των ειδημόνων, των επαϊόντων. Το Διαδίκτυο και η ανωνυμία ως δομικό χαρακτηριστικό του, δίνει τη δυνατότητα στον καθένα να διατυπώσει μια άποψη, να δημοσιεύσει μια έρευνα χωρίς να χρειάζεται να πάρει έγκριση από κάπου, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Σε κάποιες -εξαιρετικές- περιπτώσεις είναι πιθανό να είναι ακόμα και επιβεβλημένη η ανωνυμία. Όμως η ανώνυμη δημοσίευση, σύμφωνα με τους θιασώτες του επιχειρήματος, εξασφαλίζει de facto την ισοτιμία των απόψεων κι όχι μόνο κατά περίπτωση.

Κατά τη γνώμη μου αυτό είναι ό,τι πιο σκοταδιστικό θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί. Φυσικά κι έχει μεγάλη σημασία ποιός λέει τί. Η άποψη ενός πυρηνικού φυσικού για ένα θέμα ασφάλειας εργοστασίου πυρηνικής ενέργειας είναι απείρως πιο σημαντική απ’ την άποψη ενός νεαρού που έχει διαβάσει 2 βιβλία και περνά τον ελεύθερο χρόνο του στα Social Media. Όχι ότι δεν έχει βαρύτητα η άποψή του, κάθε άλλο, αλλά όπως και να το κάνουμε, η γνώμη και η έρευνα ενός ανθρώπου που έχει ξοδέψει χρόνο και χρήμα, που έχει αφιερωθεί σε ένα ή περισσότερα ζητήματα κι έχει δεσμευτεί με την υπογραφή του, είναι πολύ πιο βαρύνουσα απ’ τη γνώμη ενός κακοπληροφορημένου, ημιμαθούς πολίτη που πηγαίνει σε δημόσια wi-fi spots για να διανείμει τι σοφία του. (περισσότερα…)


Το φιλμ “Η περίπτωση Λάρι Κράουν” (Larry Crowne, 2011) του Τομ Χανκς με πρωταγωνιστή τον ίδιο, είναι κατά τη γνώμη μου μετριότατο ως και αδιάφορο. Το κοινότοπο σενάριο, η άνευρη και χωρίς φαντασία σκηνοθεσία, η απουσία ευρημάτων, έμπνευσης και ενδιαφέροντος απ’ τη μεριά των ηθοποιών συνθέτει ένα παράδειγμα προς αποφυγή, μια διασκεδαστική ταινία για κατανάλωση στο σπίτι. Στο φιλμ ωστόσο υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο, το οποίο επιχειρεί κατά κάποιο τρόπο να συγκροτήσει ένα στερεότυπο για τους μπλόγκερ, σκιαγραφώντας ένα πρόχειρο πορτρέτο τους.

Ο πρωταγωνιστής, αφού χάσει τη δουλειά του γράφεται στο πανεπιστήμιο για να παρακολουθήσει κάποια μαθήματα. Ένα απ’ αυτά τα μαθήματα διδάσκεται απ’ την όμορφη Τζούλια Ρόμπερτς. Η Ρόμπερτς παίζει το ρόλο μιας κυνικής καθηγήτριας που έχει χάσει το ενδιαφέρον της για τη διδασκαλία, αλλά και για τη ζωή. Ο λόγος της κατάθλιψής της συμπυκνώνεται στο πρόσωπο του άνδρα με τον οποίο συζεί. Πρόκειται για ένα γοητευτικό τύπο με ρυτίδες γύρω στα 50, ο οποίος συστήνεται στην ταινία ως μπλόγκερ. Τον γνωρίζουμε όταν η Ρόμπερτς τον πιάνει να βλέπει πορνό στον υπολογιστή του. Σύμφωνα με την Ρόμπερτς, ο άνδρας της αντί να γράφει ή να κάνει κάτι άλλο, βλέπει συνέχεια τσόντες. Γι’ αυτό το λόγο θα χάσει στο τέλος την αναμέτρηση με τον Τομ Χανκς, που είναι ο τίμιος, εργατικός, αξιαγάπητος και ταπεινός τύπος που δεν το βάζει κάτω ποτέ, που βλέπει τη θετική πλευρά της ζωής και φτάνει να κάνει παρέα με νέους που οδηγούν σκούτερ και βέσπα. (περισσότερα…)