Το ένατο κεφάλαιο του 42

9.

Υπάρχει ένα είδος ανθρώπου, που θεωρεί καθήκον του να πει την αλήθεια και δεν βρίσκει άλλο σκοπό στη ζωή του από αυτό. Είναι ο άνθρωπος-παρρησιαστής, το υποκείμενο της ρήξης με την ανειλικρίνεια και το ψεύδος. Ο άνθρωπος ο οποίος αφ’ ενός θέτει τον εαυτό του στην υπηρεσία της κοινότητας, δρώντας ως πρότυπο αναζητητή, κι αφ’ ετέρου υποσημειώνει με την παρουσία του, το θρίαμβο της υποκειμενικότητας. Αποκαλείται σήμερα διανοούμενος ή στοχαστής, αφού αναλαμβάνει να υπερασπιστεί το μόνο άξιο, για τον εαυτό του έργο, το προϊόν δηλαδή της σκέψης του. Ό,τι δεν διανοούνται καν οι άλλοι, ό,τι δεν εκτελούν από οκνηρία ή ατολμία, εκείνος το καθιστά πρώτο και μοναδικό μέλημά του. Ζει για να σκέφτεται και σκέφτεται για να ζει.

Χωρίς πνεύμα ο άνθρωπος της σκέψης δεν είναι παρά ένας απ’ τους πολλούς, ένας από αυτούς που προτιμούν το έτοιμο, το επίσημο, το γενικώς παραδεκτό. Κι είναι επόμενο, αφού επιλέγει το στοχαστικό βίο, να απομακρύνεται από την ασφάλεια και τα καθήκοντα της συμβατικής ζωής. Όμως ο στοχαστής δεν είναι ένα άκαμπτο και ανεπηρέαστο πράγμα. Τα ερεθίσματα, οι προκλήσεις και οι προοπτικές του αντικειμένου του, τον γειώνουν συχνά στις κοινωνικές συνθήκες, μέρος των οποίων θέλει πάντοτε να είναι και ο ίδιος, καθώς ακόμα κι αν αισθάνεται ότι μονολογεί, βασικός του στόχος είναι να επικοινωνήσει το αποτέλεσμα της διανοητικής του εργασίας. Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο – και ήταν όπως φαίνεται πολύ – τόσο για το νεαρό, όσο και για τον ώριμο Μαρξ, να επιβιώσει χωρίς τη συνδρομή του φίλου του, Ένγκελς, και να εκπονήσει ένα τόσο σοβαρό έργο.

Μπορεί λοιπόν η πραγματικότητα να είναι αδυσώπητη, για εκείνον που επιλέγει το ρόλο του διανοούμενου, ωστόσο, αν και γνωστό σε όλους από τα παιδικά τους χρόνια, δεν είναι το γεγονός που αποτρέπει κάποιον από την υιοθέτηση αυτής της μορφής. Η απασχόληση σε ένα αρκετά επισφαλές, από οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής άποψης, επάγγελμα, σίγουρα δεν θα μπορούσε ούτε να προτείνεται, αλλά ούτε και να καλλιεργείται σε θεσμικό επίπεδο. Γι’ αυτό το λόγο, υπάρχουν οι επονομαζόμενες φιλοσοφικές, οικονομικές και πολιτικές σχολές’ για να εκπαιδεύσουν τους επίδοξους στοχαστές, για να μυήσουν τους ανήσυχους ανθρώπους στα μυστικά της σκέψης και να τους καθοδηγήσουν τελικά στα συστήματα που επικρατούν σε κάθε εποχή. Βεβαίως, οι εξαιρέσεις στον ακαδημαϊκό κανόνα είναι αρκετές (δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε πνεύματα πνεύματα, όπως του Αντόρνο και του Φουκό), αλλά εμείς θα εκθέσουμε εδώ τους κινδύνους της ζωής και της σκέψης, ανθρώπων εκτός των ακαδημαϊκών κύκλων.

Θα αναρωτηθούμε γιατί ένας νέος επιλέγει τη σκέψη ως επάγγελμα ή μη-επάγγελμά του, ποιά είναι τα χαρακτηριστικά του, η σχέση του με την κοινωνία, την οικογένεια, τους φίλους του. Θα επιχειρήσουμε να διαβάσουμε τις εμφανίσεις του σε μείζονα έργα της δυτικής λογοτεχνίας, προσπαθώντας να καταστήσουμε την αναγκαιότητα της παρουσίας του, ακόμα πιο επιτακτική. Διότι ο νέος είναι το θερμόμετρο της κάθε εποχής. Επάνω στον έφηβο αντηχούν – με σφοδρότατη ένταση – όλα τα αδιέξοδα αλλά και οι προοπτικές της εκάστοτε πραγματικότητας. Παραλαμβάνοντας το σύνολο τη ζωής ως κάτι τελικό κι αδιαπραγμάτευτο, με την κρίση του σε εμβρυακή ακόμα κατάσταση, καλείται σε σύντομο χρονικό διάστημα να αποφανθεί το μεγάλο ναι, και να αυτοανακυρηχθεί σε συνεχιστή του υπάρχοντος. Έστω για λίγο, κάθε νέος υποχρεώνεται να σκεφτεί. Οι αποφάσεις του, μολονότι πολλές από αυτές θα διαψευστούν από τον ίδιο, παίρνουν τον χαρακτήρα του μόνιμου και τον εισάγουν στον κόσμο των εφικτού. Αν πρόκειται να συνεχίσει να σκέφτεται, έχει να αντιμετωπίσει σκοπέλους, παγίδες και ερωτηματικά των οποίων η δύναμη μπορεί να μην είναι αμελητέα. Συνήθως όμως, ο νέος απολαμβάνει να προτάσσει τις γροθιές του απέναντι στα μαχαίρια. Κι έτσι η μεταμόρφωσή του, από την αγνότητα του παιδιού, στο αποκρουστικό έντομο για να θυμηθούμε τον Κάφκα, δεν θα μπορούσε παρά να συμβαίνει ακριβώς σ’ αυτή την ηλικία.

Αφορμή για τις παρούσες σκέψεις στάθηκε μια σειρά αναγνωσμάτων, προσωπικές εμπειρίες, και το βιβλίο του Έντουαρντ Σαίντ «Διανοούμενοι και εξουσία», στο οποίο παρουσιάζεται μια σύντομη περιγραφή του νέου διανοούμενου. Ο Σαίντ ανατρέχει σε τρία μυθιστορήματα, εμβληματικά για το θέμα μας, για να καταλήξει ότι η είσοδος του νέου στοχαστή στα δημόσια, συνεπάγεται τη ρήξη. Πράγματι τα παραδείγματα αφθονούν. Ο νέος διανοούμενος, άπαξ κι αρχίσει να σκέφτεται, αμφιβάλλει.

(…)

Η αμφιβολία εκτός από προυπόθεση είναι και μια απ’ τις μείζονες υποχρεώσεις του διανοητή. Όλα οφείλουν να τεθούν υπό το δύσπιστο βλέμμα του, με σκεπτικισμό και αμφιβολία. Ό,τι παραδίδεται στο νου του, ο κόσμος, οι σχέσεις, τα αντικείμενα, υπόκεινται σε έλεγχο. Εφ’ όσον όμως πρωταρχικός σκοπός είναι η κατανόηση ενός μυστηρίου, του μυστηρίου της ζωής και της σκέψης, ο νέος στοχαστής, στρέφεται αρχικά στον εαυτό του, κι ως άλλος Ρουσό, επιδίδεται στην εξομολόγηση.

Η αυτο-αναζήτηση, καρπός και μέσο της αμφιβολίας περί τα του εαυτού, έρχεται σε πέρας μόνον αφού, συνειδητοποιηθεί η μετάβαση του νέου ανθρώπου προς κάτι ξένο. Αιωρείται στο σύμπαν το ασχημάτιστο κεφάλι, ώσπου αρχίζει να αμφιβάλλει. Η ριζικά νέα θέαση των πραγμάτων μορφοποιεί την αφηρημένη αγωνία του νεαρού ανθρώπου. Αυτό επιτυγχάνεται συνήθως ακαριαία και κατάγεται από μια ισχυρή διάψευση. Χάνοντας την εμπιστοσύνη του στο θεό, τον πατέρα ή το κράτος, ο επίδοξος διανοητής, καλλιτέχνης ή επιστήμονας, δημιουργεί τη βάση επάνω στην οποία θα στηρίξει το οικοδόμημά του.

Το αρχιτεκτονικό σχέδιο αλλά και το οικοδόμημα της ζωής και της σκέψης του, βρίθει αρνήσεων. Δίχως τη άρνηση, την αμφισβήτηση των κανόνων και των ηθών, το μέλλον μοιάζει καταδικασμένο, ψεύτικο. Το πρόβλημα εσωτερικής υφής που τίθεται, οι αντιφάσεις και οι συναισθηματικοί δεσμοί που ξεπροβάλλουν, ωθούν τους μηχανισμούς της σκέψης στα άκρα. Βεβαίως, δεν υφίσταται άλλος τρόπος. Ο Μπαζάροφ του Τουργκένιεφ, στο Πατέρες και Γιοι, είναι η πλέον χαρακτηριστική μορφή ανθρώπου που θέλει να τελειώνει με τις παραδεκτές συμβάσεις. Είναι η αναρχική φιγούρα του ασυμβίβαστου που φωνάζει σαν τον Στήβεν Δαίδαλο: Non Serviam. Είναι ο νεαρός αρνητής που δεν δέχεται αυτό που παραλαμβάνει και διακατέχεται ταυτόχρονα απ’ την επιθυμία να παρέμβει δραστικά.

Θα ‘λεγε κανείς ότι η νεότητα είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για αυτό το παραστράτημα. Μια ημιτελής ή άστοχη κοινωνικοποίηση, μπορεί να πυροδοτήσει ανεξέλεγκτες αντιδράσεις στο υποκείμενο. Αυτό όμως μοιάζει υπέρμετρα αλλαζονικό από μέρους των θεσμών που καμώνονται ότι φροντίζουν ώστε οι πολίτες να κάνουν τις δικές τους επιλογές, να αυτο-χειραφετούνται. Διότι ο νέος αρνητής αμφισβητεί ακόμα και την ίδια την λειτουργία των κοινωνικοποιητικών μηχανισμών. Αμφιβάλλει για όλα, για λογαριασμό όλων.

Μολονότι όλοι ζούμε στο ίδιο φυσικό περιβάλλον, η εμπειρία του κόσμου μάς είναι εντελώς διαφορετική. Αφορμές για να εκκινηθεί η άρνηση δίνονται σε όλους με μεγαλύτερη ή μικρότερη ένταση. Ένας καταδυναστευτικός πατέρας, μια πρόωρη εμπειρία θανάτου, μια κατάφωρη αδικία εις βάρος ενός προσώπου όμως (τραύμα), μπορούν πολύ πιο εύκολα να οδηγήσουν το νεαρό άτομο στην απώλεια της εμπιστοσύνης του, και κατ’ επέκταση στην αναζήτηση μιας βαθύτερης γνώσης που θα είναι ικανή να στοιχειοθετήσει την πρώτη του αυτή ανακάλυψη. Παράλληλα έρχεται και η συνειδητοποίηση του εγώ, και των απεριόριστων δυνατοτήτων του. Σαν να ανοίγει μια καταπακτή με κρυμμένα μυστικά, ο αμύητος και απελπισμένος νεαρός, κατέρχεται στα πρώιμα σκοτάδια του με μοναδικά του εφόδια, σώμα και μυαλό.

Αρχικά, βρίσκεται σε απόγνωση. Δεν γνωρίζει γιατί διαψεύστηκαν οι προσδοκίες του κι ακόμα, γιατί αυτό που εμπιστεύτηκε τελικά δεν ήταν άξιο. Ασυνείδητα, θα θέσει τη διερεύνηση αυτών των ζητημάτων στόχο της ζωής του. Μέχρι να το αντιληφθεί, θα περάσει τον χρόνο του παρατηρώντας τις αλλαγές στον εαυτό του και στους άλλους, θα ενδιαφερθεί για την πολιτική, την κοινωνία, τη θρησκεία και για οτιδήποτε άλλο που θα τον έλξει σχεδόν μυστικά. Στο τέλος αυτής της άλλοτε σύντομης, άλλοτε μακροχρόνιας τυφλής πορείας θα καταλάβει πως είχε δίκιο. Δεν άξιζε να εμπιστεύεται παρά μόνο ό,τι εκείνος θα θεωρούσε άξιο εμπιστοσύνης.

Επιλεκτικά, αλλά χωρίς συνοχή και ειρμό, η διαδρομή του ανήσυχου νέου προς την αυτο-συνειδησία, περιγράφεται από τη δυτική μυθιστορία ως μια διαδικασία ενηλικίωσης και μύησης στον πραγματικό κόσμο. Ο όρος bildungsroman συνοψίζει την πορεία προς την εμβάπτιση του άλλοτε άμορφου υποκειμένου, σε ενσυνείδητο ον.

Αν θες να διαβάσεις το προηγούμενο κεφάλαιο πήγαινε εδώ.

Posted In:

Σχολιο

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s