Γνωρίστηκαν ένα καλοκαίρι π.κ., προ κρίσης. Τα σποραδικά ακραία καιρικά φαινόμενα που έπληξαν τη δεκαπεντάχρονη σχέση τους, δεν κατάφεραν να διαταράξουν ουσιαστικά τη συμβίωσή τους. Οι πολλές ώρες εργασίας, τα μικροεμπόδια, οι εντάσεις, αντισταθμίζονταν περιοδικά από ταξίδια στο εσωτερικό και το εξωτερικό, από περιστασιακές διασκεδάσεις κι από μια δυο πολυτέλειες το χρόνο. Η κοινή τους ζωή περιείχε μεν πολλή πίεση αλλά τα διάμεσα κενά ξεκούρασης κι απόλαυσης, καθιστούσαν το βίο βιώσιμο. Αν τους ζητούσες να σου περιγράψουν τη 15ετία θα σε παρέπεμπαν σ’ ένα καταιγισμό εικόνων από κάποιο φάκελο φωτογραφιών στον υπολογιστή τους. Εκείνος έπαιζε μουσική σε μαγαζιά, εκείνη δούλευε σε γραφείο. 35 εκείνος, 34 εκείνη.

Ήρθε η κρίση, κι αναγκάστηκαν να ακούσουν πολλά. Δεν ήταν με τη μεριά των τυχερών. Έχασαν αμφότεροι τις δουλειές, και μαζί τα προνόμιά τους. Κλείστηκαν, κλάφτηκαν, φαγώθηκαν, ξεσκίστηκαν, περιορίστηκαν δραστικά. Εξάντλησαν τις βοήθειες απ’ το στενό τους περιβάλλον κι έμειναν μια μέρα σ’ ένα τραπέζι να κοιτάζονται με μάτια πρησμένα απ’ το κλάμα. Στην αρχή πίστεψαν ότι για όλα έφταιγαν εκείνοι. Μετά πίστεψαν ότι δεν έφταιγαν σε τίποτα. Στο τέλος δεν μπορούσαν να πιστέψουν τίποτα. Για κάτι τέτοια είσαι πάντα απροετοίμαστος. (περισσότερα…)

Όταν ήμουν πιτσιρίκος υπήρξα κι εγώ ένας επηρμένος μαξιμαλιστής. Θέλω να πω ότι τα πρότυπά μου ήταν κυρίως μαξιμαλιστικά. Με είχαν συνεπάρει μ’ άλλα λόγια οι μεγαλόστομες αφηγήσεις της επαναστατικής μόδας που έβλεπαν παντού φοβερούς εχθρούς και πίστευα ότι μόνο ακραίες κι εντυπωσιακές λύσεις θα βοηθούσαν την ανθρωπότητα για να ξεπεράσει αυτούς τους δυσθεόρατους Λεβιάθαν. Μια επανάσταση, ένα μεγάλο και μαζικό γεγονός αφύπνισης θα ήταν η απάντηση της γης των κολασμένων. Γι’ αυτό και μου ασκούσαν έλξη οι διαπρύσιοι αρνητές του λεγόμενου συστήματος, οι καταραμένοι κι οι τρελοί εξεγερμένοι. Όσοι γκρέμιζαν το οικοδόμημα του καπιταλισμού με τις θεωρίες τους άξιζαν την προσοχή μου, ενώ όσοι επιχειρηματολογούσαν ακόμα κι υπέρ ενός ρεαλιστικού αλλά ανατρεπτικού ρεφορμιστικού προγράμματος ήταν στα μάτια μου «χρήσιμοι ηλίθιοι» και θλιβεροί απολογητές ενός τεράστιου λάθους. Οι ισοπεδωτές που τολμούσαν να οικοδομήσουν κιόλας μια ουτοπία ή έστω ένα έστω ασαφές πρόγραμμα ξεπεράσματος της σαπίλας ήταν οι πραγματικοί ήρωές μου. Συνήθως ήταν άτομα που πέθαιναν από το αλκοόλ, αυτοκτονούσαν ή δολοφονούνταν. Παράδειγμα ο Γκυ Ντεμπόρ. (περισσότερα…)

Αλλεπάλληλες ορδές μαθητών δε θα μάθουν ποτέ την ουσία της γοητείας της ανακάλυψης, δε θα πειραματιστούν με τις εν υπνώσει δεξιότητές τους, δε θα συμπράξουν στην επίτευξη ενός ομαδικού έργου.

Γράφει ο Διονύσης Κάρδαρης

Καθ’ όλη τη σχολική πραγματικότητα η οποία συμφύεται της εποχής της μεταπολίτευσης1 –και δη στην πιο βολονταριστική της φάσηέννοιες όπως ευγενής άμιλλα ή σχολική πρόοδος αποτιμούνταν αναφορικά με το αναπόδραστο τρίπτυχο βαθμοθηρία-εύνοια καθηγητών-έπαινος. Ωσάν να ήταν εκείνη η φόρμουλα η μοναδική στενωπός προς τη γνώση και την περιπόθητη κοινωνική καταξίωση… (περισσότερα…)