Σήμερα κυκλοφορεί μια εφημερίδα, το Πρώτο Θέμα, με πρωτοσέλιδο τη φωτογραφία ενός ετοιμοθάνατου ανθρώπου, του δολοφονημένου Παύλου Φύσσα, στα χέρια της συντρόφου του. Η δημοσίευση ενός τέτοιου ντοκουμέντου μας στέλνει κατευθείαν στο στοχασμό πάνω στο ρόλο της δημοσιογραφίας του σοκ.

Θέλω να ελπίζω ότι η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων θα αηδιάσει και θα απορρίψει τη δημοσίευση της συγκεκριμένης φωτογραφίας, στο αμφιλεγόμενο συγκείμενό της. Βεβαίως κάποιοι πιθανώς να την υπερασπιστούν στό όνομα της ελευθεροτυπίας και της ενημέρωσης. Οι υπεύθυνοι της εφημερίδας έχουν βάλει στη φωτογραφία τη λεζάντα “Δεν ξεχνώ το φασισμό” για να είναι σίγουροι ότι η φωτογραφία θα διαβαστεί με έναν και μόνο τρόπο. Όμως όλοι γνωρίζουν ότι η φωτογραφία θα διαβαστεί με πολύ περισσότερους τρόπους.

Κατ’ αρχήν η φωτογραφία αυτή προκαλεί ένα ισχυρό σοκ στον ευαίσθητο θεατή. Σίγουρα υπάρχει κι η νοσηρή πλευρά, εκείνων που συμπαθούν το δολοφόνο, οι οποίοι δε θα δουν το πρόσωπο του πόνου και του ολέθρου αλλά θα ικανοποιηθούν ενδεχομένως απ’ την θέα ενός αντιπάλου που νικιέται. Για αυτούς η φωτογραφία δεν αφορά το σοκ μιας τραγικής σκηνής. Την κοιτάζουν ικανοποιώντας τα απάνθρωπα αισθήματά τους. Η αντίθετη πλευρά όμως, της πλειονότητας των ανθρώπων, θα νιώσει δικαίως βαθύ αποτροπιασμό κι αηδία. Το σοκ εδώ είναι ολοκληρωτικό. Οι περισσότεροι άνθρωποι που θα δουν αυτή την εικόνα, θα νιώσουν φόβο, πόνο κι απελπισία. Η εικόνα ενός εντελώς άδικα κι αδικαιολόγητα δολοφονημένου ανθρώπου που ψυχορραγεί στα χέρια της συντρόφου του είναι μια εικόνα που παράγει τρομερά έντονα συναισθήματα. Λύπη, οργή, πόνος, φόβος. Μ’ αυτή την ισχυρότατη γκάμα συναισθημάτων, ο θεατής της φωτογραφίας νιώθει ανήμπορος να αντιδράσει. Πώς να χειριστείς τόσο έντονα συναισθήματα στη στιγμή; Το λογικό -και κατά πάσα πιθανότατα το πιο σωστό- είναι να απορρίψεις τη δημοσίευση της φωτογραφίας με το σκεπτικό ότι παράγει συναισθήματα που προκαλούν έντονο σοκ, χωρίς να δίνεται κάποιου είδους ανακούφιση σαν αντίδοτο. (περισσότερα…)

Διάβασα την ανάρτηση του πολύ καλού συναδέλφου Θοδωρή Γεωργακόπουλου με τον τίτλο Ο μύθος της «άλλης Ελλάδας» κι έκανα κάποιες σκέψεις.

Αν βαριέστε ή δεν έχετε χρόνο να διαβάσετε παρακάτω, να συνοψίσω: καθετί καλό ή κακό, πάντα στην ιστορία ξεκινούσε από λίγους. Αν αύριο το πρωί τα Μέσα μας άρχιζαν συστηματικά να παρουσιάζουν προσωπικότητες και συμπεριφορές που εργάζονται για έναν καλύτερο κόσμο, σταδιακά θα αρχίζαμε όλοι να αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας στις καλές κι ελπιδοφόρες πρακτικές. Αυτό που σήμερα μοιάζει μειοψηφικό και περιθωριακό θα γινόταν κοινός τόπος. Σκεφτείτε τί ήταν οι νεοναζί πριν από δύο μόλις χρόνια. Σήμερα έχουν δημιουργήσει ένα ικανό ρεύμα, γιατί επέμειναν, γιατί το πίστεψαν, γιατί ευνοήθηκαν απ’ τη συγκυρία κι απ’ την υποδοχή που τους επιφύλαξε μεγάλο μέρος της ελίτ, παρουσιάζοντάς τους σαν κάποια λύση και φιλοξενώντας τους στα Μέσα, και γιατί βέβαια πόνταραν στη μεταδοτικότητα των αρνητικών συναισθημάτων.

Η μεταδοτικότητα του ανθρώπινου συναισθήματος είναι δεδομένη. Αν τα Μέσα μας επένδυαν σ’ ένα διαφορετικό μοντέλο ανθρώπου, αν αναδείκνυαν κι αντάμοιβαν τις καλές πρακτικές και τις ορθές συμπεριφορές το αποτέλεσμα θα ήταν εντυπωσιακό. Ο Θοδωρής πιστεύει ότι το Ελληνικό πρόβλημα είναι άλυτο. Διαφωνώ κάθετα. Αν επενδύαμε σ΄αυτούς που χτίζουν, που δημιουργούν, που παλεύουν να ενώσουν κι όχι να χωρίσουν, τότε τα πράγματα θα έπαιρναν μια πολύ διαφορετική τροπή. Η αλήθεια είναι ότι το Ελληνικό πρόβλημα μοιάζει άλυτο, αλλά δεν είναι.

Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με την αδύναμη ή την ανύπαρκτη “άλλη Ελλάδα”: (περισσότερα…)

Έχω γράψει και στο παρελθόν  ότι είναι εντελώς αντιδεοντολογικό να εκφωνούν ή να συμμετέχουν σε διαφημίσεις οι δημοσιογράφοι. Δεν το λέω εγώ, ο ίδιος ο κώδικας δεοντολογίας της ΕΣΗΕΑ το λέει. Ο λόγος είναι προφανής. Η δουλειά του δημοσιογράφου είναι να ελέγχει τις επιχειρήσεις κι όχι να τις διαφημίζει. Αν ερευνήσει ένα προϊόν ή μια υπηρεσία και καταλήξει σε κάποια κολακευτικά συμπεράσματα που διαφημίζουν την υπό έρευνα εταιρεία, φυσικά και πρέπει να το πει. Αλλά σε καμία περίπτωση ο δημοσιογράφος δε μπορεί να αμοίβεται από επιχειρήσεις για να τις εκθειάζει. Αυτός είναι ο ρόλος του διαφημιστή, όχι του δημοσιογράφου. (περισσότερα…)