anamones sxediaki

(Σημείωση του γράφοντος προς τον αναγνώστη: σε παρακαλώ ξεκίνησε την ανάγνωση απ’ το πρώτο κεφάλαιο).

3.

Αναμονές

Την πρώτη φορά που επιχείρησε να φύγει απ’ το χωριό, δεν το είχε καλοσκεφτεί. Ξαφνικά, χωρίς να το πει σε κανέναν, χωρίς ούτε καν να το συζητήσει με την δεκαοχτούρα που σύχναζε έξω απ’ το παράθυρο της κουζίνας, πήγε στο δωμάτιο που φύλαγε ο πατέρας του μερικά παλιόρουχα, έβαλε όπως όπως σε μια πλαστική τσάντα μερικά σώβρακα, και σηκώθηκε να φύγει. Ήταν δεκατριών χρονών, αλλά τον πρόλαβε και τον σταμάτησε ο πατέρας του. (περισσότερα…)

Ακολουθεί το δεύτερο απ’ τα 42 κεφάλαια του ανέκδοτου μυθιστορήματός μου «42». Εδώ μπορείς να διαβάσεις και το πρώτο κεφάλαιο.

2.

Στις 10 Μαίου 2010, ήμουν μόνος στο χωριό της μάνας μου, όταν έλαβα ένα μήνυμα στο Facebook.

«Εξαφανίστηκε ο παλιός σου συμμαθητής Γιώργος Μοσχονάς. Σε παρακαλώ επικοινώνησε μαζί μου το συντομότερο δυνατό. Κατερίνα»

Είχα να δω το Μοσχονά τουλάχιστον 15 χρόνια. Είμασταν αδελφικοί φίλοι στο γυμνάσιο και το λύκειο, αλλά κάποια στιγμή χώρισαν, όπως λένε, οι δρόμοι μας. Σποραδικά μάθαινα κάποια συγκεχυμένα νέα του, αλλά πέρα απ’ αυτό, τίποτα άλλο, καμία επαφή, καμία συνομιλία μαζί του.

Την επόμενη ημέρα επέστρεψα απ’ το χωριό, κι εντελώς απροειδοποίητα μού χτύπησε το κουδούνι ένας αστυνομικός με πολιτικά. Έπρεπε να μεταβώ στο αστυνομικό τμήμα το συντομότερο δυνατό. Δεύτερο «συντομότερο δυνατό» σε δύο μόνο μέρες –σίγουρα κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο αξιωματικός Παναγιωτόπουλος είχε αναλάβει την υπόθεση και ήθελε να μιλήσουμε κατά πρόσωπο.

Πήγα το ίδιο απόγευμα. (περισσότερα…)

Παρακάτω ακολουθεί το πρώτο κεφάλαιο του ανέκδοτου βιβλίου μου με τίτλο «42 / Bildungsroman / Η ενηλικίωση του Γιώργου Μοσχονά». 

1.

Χαμαιλέων

Μπήκε στην εταιρεία σε μια εποχή που δεν είχε δουλειά κι ήταν σε απελπιστική οικονομική κατάσταση. Είχε μόλις πατήσει τα 27. Δεν ήταν άνθρωπος που δεχόταν εύκολα την καθοδήγηση των άλλων και γι’ αυτό δεν κατάφερε να αποκτήσει κάποια ολοκληρωμένη σπουδή πάνω σ’ ένα αντικείμενο. Πέρασε στο πανεπιστήμιο με μεγάλη ευκολία, αλλά τίποτε εκεί δεν τον ενέπνευσε να συνεχίσει. Οι καθηγητές, οι φοιτητές, οι χώροι, τα πάντα ήταν αξιοθρήνητα στα μάτια του.

xartaki_1

«Για να καθίσω πέντε χρόνια εδώ», σκεφτόταν, «θα πρέπει να εγκαταλείψω την καλή μου διάθεση, και να γίνω θλιβερός, ν’ αρχίσω να υποφέρω από κατάθλιψη και ποιος ξέρει από τι άλλες αρρώστιες».

Έτσι εγκατέλειψε γρήγορα την προοπτική ενός πτυχίου σε οτιδήποτε. Γι’ αυτό, τελειώνοντας το σχολείο έτρεξε να βρει μια οποιαδήποτε δουλειά. Πρώτα γράφτηκε στο πανεπιστήμιο ώστε να παίρνει αναβολή απ’ το στρατό, κι έπειτα φρόντισε να γίνει όσο πιο ελεύθερος γινόταν. Αλλά δεν τα κατάφερνε πολύ καλά. Η μάνα του ήταν πολύ προστατευτική και του ήταν αδύνατο να την εγκαταλείψει, τουλάχιστον εκείνη την εποχή.

Σε κάθε περίπτωση, η ιδιοσυγκρασία του έρεπε πάντα προς την φυγή.

Στη συγκεκριμένη στιγμή, λίγο καιρό μετά τα 18 του, είχε αποφασίσει να μάθει τη ζωή απ’ την πραγματική όψη της. Και εντάχθηκε αμέσως στον σκληρό κόσμο της εργασίας. Στην αρχή επέλεξε ένα συνεργείο μηχανών που ήταν λίγα μέτρα απ’ την πολυκατοικία του. Η σχέση του με τον ιδιοκτήτη του συνεργείου ήταν άριστη. Συνεννοούνταν πολύ εύκολα παρ’ όλο που ο Φαλκάο, έτσι τον φώναζαν οι πελάτες, ήταν τύπος που αδιαφορούσε πλήρως για τα περισσότερα απ’ τα ενδιαφέροντα του Μοσχονά. Εκείνη την εποχή ο Μοσχονάς, πήγαινε τρεις φορές την εβδομάδα στον κινηματογράφο, μία στο θέατρο, διάβαζε μανιωδώς πολιτικά βιβλία για την αυτομόρφωσή του, και περιοδικά, εφημερίδες, για την ενημέρωσή του. Όλο το μισθό που έπαιρνε τον διέθετε σε «υλικά του προσωπικού του πανεπιστημίου», όπως έλεγε. Κράτησε μόνο δυο φίλους απ’ το σχολείο, τον Λιρόι και τον Αρίστο, οι οποίοι ήταν οι πιο ενδιαφέροντες τύποι στη φουρνιά του. Και για το γυναικείο φύλο δεν έδειχνε παρά ένα περιστασιακό, χλιαρό ενδιαφέρον.

Κάθισε στο συνεργείο ενάμιση χρόνο κι έπειτα πήγε να δουλέψει στο γραφείο ενός πολιτικού μηχανικού. Δούλεψε κι εκεί ένα χρόνο, κι έπειτα από μια μικρή ερωτική απογοήτευση, πήγε να σπουδάσει ηθοποιός. Στη σχολή αυτή έδωσε εξετάσεις για να μπει, μα ο Μοσχονάς δεν δυσκολεύτηκε καθόλου. Όπως και στο σχολείο, έτσι και στη σχολή των ηθοποιών, ήταν χωρίς πολύ κόπο ανάμεσα στους καλύτερους. Απ’ την πρώτη ημέρα συνδέθηκε μ’ ένα ντροπαλό παιδί απ’ την επαρχία, τον Αγγέλου. Και πολύ σύντομα έγινε ζευγάρι με μια συμφοιτήτριά τους, την Αγγελική. Το πρωί δούλευε σ’ ένα ξενοδοχείο, κάνοντας τον σερβιτόρο και το απόγευμα πήγαινε στη σχολή να σπουδάσει τον Σέξπιρ και τον Μολιέρο. Είχε φτάσει τα 23, είχε ήδη αλλάξει μερικές δουλειές, αλλά ακόμα δεν είχε αποφασίσει τι θα έκανε στη ζωή του. Άλλαξε ακόμα μια δουλειά, έγινε πωλητής βιβλίων, και τελείωσε τη σχολή αδιαφορώντας εντελώς για το πτυχίο. Χώρισε και με την Αγγελική.

Η σχολή των ηθοποιών κατάφερε να κρατήσει το ενδιαφέρον του για μόλις ένα έτος. Τα υπόλοιπα δυο χρόνια, ήταν αναγκασμένος να πληρώνει μια σπουδή που δεν την είχε καμία ανάγκη κι επιπλέον ήταν μέτρια για τα γούστα του. Γνώρισε όμως εκεί έναν καθηγητή, το μάθημα του οποίου ήταν απόλαυση, όχι γιατί η γνώση που προσέφερε ήταν δυσεύρετη -ένα οποιοδήποτε βιβλίο ιστορίας της φιλοσοφίας να έπαιρνε θα κατατοπιζόταν πλήρως- αλλά γιατί μετέδιδε την αγάπη του για το αντικείμενο. Το ίδιο συναίσθημα είχε νιώσει ο Μοσχονάς και στο λύκειο, όταν για καλή του τύχη γνώρισε τον Σημακόπουλο, έναν χαρισματικό καθηγητή φροντιστηρίου, που έπαιξε το ρόλο του πατέρα του, μέχρι να σκοτωθεί κι αυτός σε ατύχημα με τη βέσπα του. Ο Μοσχονάς κατάλαβε γρήγορα ότι ούτε το θέατρο, ούτε η τηλεόραση ή ο κινηματογράφος ήταν αυτό που ήθελε να κάνει. Έπαιξε σε μια παράσταση στο τέλος του έτους, κι ήταν ο πιο απογοητευτικός απ’ όλους. Του το είπαν και οι καθηγητές, αλλά τον παρότρυναν να συνεχίσει, προφανώς για να μην χάσουν τα δίδακτρά του. Παρ’ όλα αυτά παρακολούθησε σποραδικά ορισμένα τεχνικά μαθήματα, καθώς η μη διατυπωμένη μεν, αλλά πάγια αρχή του ήταν να μαθαίνει πολλά ετερόκλητα πράγματα. Πτυχίο δεν πήρε γιατί περιφρονούσε το σύστημα της εκπαίδευσης. Οπότε, τα μόνα επίσημα χαρτιά της πολιτείας που πήρε στα χέρια του ήταν το δίπλωμα οδήγησης μηχανής, και τώρα, μετά από αρκετά πλέον χρόνια, το δίπλωμα αυτοκινήτου. Και η ταυτότητά του φυσικά, την οποία εξέδωσε προκειμένου να δώσει εξετάσεις αγγλικών, όταν ακόμα ήταν στο γυμνάσιο.

Στα 25 του βρέθηκε ξαφνικά χωρίς δουλειά, και χωρίς όρεξη για κάτι συγκεκριμένο. Η συγκυρία τον βρήκε σε μια δύσκολη εποχή, με τα νεύρα του τεντωμένα, και μόνο αποκούμπι του το αλκοόλ. Απ’ το περίπτερο που αγόραζε τσιγάρα γνώρισε και μια κοπέλα, ηττοπαθή σαν κι αυτόν τότε, κι άρχισε να κάνει βόλτες μαζί της με το μηχανάκι του, να πίνουν βότκες, να κάνουν σεξ και τέλος να μετακομίσει στο σπίτι της. Ήταν η πρώτη φορά που εγκατέλειπε την οικογενειακή του εστία, ένας λόγος παραπάνω να αισθάνεται παράξενα. Η νέα του φίλη όμως, η Λυδία, δεν έκανε και πολλά πράγματα για να τον βοηθήσει –είχε τα δικά της προβλήματα. Ήταν λίγο νεαρότερη απ’ το Μοσχονά, κι είχε κληρονομήσει απ’ τον πατέρα της εκείνο το περίπτερο, σε μια πολύ κεντρική συνοικία, το οποίο όμως την εμπόδιζε να ζήσει. Είχε για υπάλληλο έναν παλιό φίλο του πατέρα της, που καθόταν εκεί τα βράδια, και η ίδια δούλευε τα πρωϊνά. Ήθελε να μπορούσε να προσλάβει άλλον έναν, αλλά δεν ήταν εφικτό, καθώς έτσι θα έχανε το κέρδος της. Εγκλωβισμένη όπως ήταν στο περίπτερο, η Λυδία είχε μια μόνιμη δυσθυμία. Ο Μοσχονάς προσπαθούσε να την διασκεδάσει, και παροδικά τα κατάφερνε. Αλλά η περίπτωσή της ήταν ανίατη. Η μεγάλη της χαρά ήταν όταν εκείνος παρέπαιε κι εκείνη ήταν αναγκασμένη να του πει μια ενθαρρυντική κουβέντα. Είχε το σύνδρομο της νοσοκόμας. Σ’ αυτό τουλάχιστον τα κατάφερνε καλά. Αλλά τότε εκνεύριζε τον Μοσχονά. Επί ένα χρόνο η ίδια κατάσταση: η Λυδία με το περίπτερο και τη δυσθυμία της κι ο Μοσχονάς άνεργος, σχεδόν απελπισμένος. Ευτυχώς είχε τον Αγγέλου, ο οποίος τελειώνοντας τη σχολή είχε βρει δουλειά σ’ ένα καθημερινό σίριαλ. Δεν ήταν αυτό που ήθελε, αλλά κέρδιζε χρήματα. Ο Μοσχονάς μιλούσε μαζί του μια φορά το μήνα, όταν κατόρθωνε να τον βρει στο τηλέφωνο, κι έπειτα κανόνιζαν μια έξοδο, που πλήρωνε πάντοτε ο Αγγέλου. Ήταν μια πολύ διδακτική περίοδος της ζωής του. Συνειδητοποίησε για πρώτη φορά στο μεγαλείο του, ότι ήταν «παντέρημος, όσο κι ο φέγγαρος εκεί ψηλά», όπως έγραφε κι ο αγαπημένος του ποιητής, Νίκος Καρούζος. Οι διακοπές στα νησιά, η διασκέδαση στα μπαρ, τα ξενύχτια, οι αλητείες, όλα άρχισαν να του φαίνονται μάταια, ηλίθια, χωρίς νόημα. Είχε αφιερώσει τα λίγα, ενήλικα χρόνια του, στην υπηρεσία του αρνητισμού, χωρίς να ξέρει τί ήταν το θετικό. Η Λυδία τον εγκατέλειψε λέγοντάς του ότι ήταν άχρηστος, εκείνη δούλευε δέκα ώρες στο περίπτερο κι εκείνος καθόταν όλη την ημέρα στο σπίτι και διάβαζε ακατάπαυστα κρατώντας σημειώσεις σ’ εκείνα τα μπλε τετράδια που του είχαν γίνει έμμονη ιδέα. Δεν ήταν δα και η καλύτερη δυνατή σχέση αλλά ο Μοσχονάς πληγώθηκε γιατί πίστευε ότι με τη Λυδία μια ημέρα ίσως να έκαναν παιδιά και να ζούσαν πραγματικά ευτυχισμένοι. Αργότερα, όταν ανακαλούσε αυτές τις σκέψεις καταλάβαινε πόσο απελπισμένος ήταν σ’ εκείνη την φάση της ζωής του. (περισσότερα…)