To πρώτο κεφάλαιο του 42

Παρακάτω ακολουθεί το πρώτο κεφάλαιο του ανέκδοτου βιβλίου μου με τίτλο «42 / Bildungsroman / Η ενηλικίωση του Γιώργου Μοσχονά». 

1.

Χαμαιλέων

Μπήκε στην εταιρεία σε μια εποχή που δεν είχε δουλειά κι ήταν σε απελπιστική οικονομική κατάσταση. Είχε μόλις πατήσει τα 27. Δεν ήταν άνθρωπος που δεχόταν εύκολα την καθοδήγηση των άλλων και γι’ αυτό δεν κατάφερε να αποκτήσει κάποια ολοκληρωμένη σπουδή πάνω σ’ ένα αντικείμενο. Πέρασε στο πανεπιστήμιο με μεγάλη ευκολία, αλλά τίποτε εκεί δεν τον ενέπνευσε να συνεχίσει. Οι καθηγητές, οι φοιτητές, οι χώροι, τα πάντα ήταν αξιοθρήνητα στα μάτια του.

xartaki_1

«Για να καθίσω πέντε χρόνια εδώ», σκεφτόταν, «θα πρέπει να εγκαταλείψω την καλή μου διάθεση, και να γίνω θλιβερός, ν’ αρχίσω να υποφέρω από κατάθλιψη και ποιος ξέρει από τι άλλες αρρώστιες».

Έτσι εγκατέλειψε γρήγορα την προοπτική ενός πτυχίου σε οτιδήποτε. Γι’ αυτό, τελειώνοντας το σχολείο έτρεξε να βρει μια οποιαδήποτε δουλειά. Πρώτα γράφτηκε στο πανεπιστήμιο ώστε να παίρνει αναβολή απ’ το στρατό, κι έπειτα φρόντισε να γίνει όσο πιο ελεύθερος γινόταν. Αλλά δεν τα κατάφερνε πολύ καλά. Η μάνα του ήταν πολύ προστατευτική και του ήταν αδύνατο να την εγκαταλείψει, τουλάχιστον εκείνη την εποχή.

Σε κάθε περίπτωση, η ιδιοσυγκρασία του έρεπε πάντα προς την φυγή.

Στη συγκεκριμένη στιγμή, λίγο καιρό μετά τα 18 του, είχε αποφασίσει να μάθει τη ζωή απ’ την πραγματική όψη της. Και εντάχθηκε αμέσως στον σκληρό κόσμο της εργασίας. Στην αρχή επέλεξε ένα συνεργείο μηχανών που ήταν λίγα μέτρα απ’ την πολυκατοικία του. Η σχέση του με τον ιδιοκτήτη του συνεργείου ήταν άριστη. Συνεννοούνταν πολύ εύκολα παρ’ όλο που ο Φαλκάο, έτσι τον φώναζαν οι πελάτες, ήταν τύπος που αδιαφορούσε πλήρως για τα περισσότερα απ’ τα ενδιαφέροντα του Μοσχονά. Εκείνη την εποχή ο Μοσχονάς, πήγαινε τρεις φορές την εβδομάδα στον κινηματογράφο, μία στο θέατρο, διάβαζε μανιωδώς πολιτικά βιβλία για την αυτομόρφωσή του, και περιοδικά, εφημερίδες, για την ενημέρωσή του. Όλο το μισθό που έπαιρνε τον διέθετε σε «υλικά του προσωπικού του πανεπιστημίου», όπως έλεγε. Κράτησε μόνο δυο φίλους απ’ το σχολείο, τον Λιρόι και τον Αρίστο, οι οποίοι ήταν οι πιο ενδιαφέροντες τύποι στη φουρνιά του. Και για το γυναικείο φύλο δεν έδειχνε παρά ένα περιστασιακό, χλιαρό ενδιαφέρον.

Κάθισε στο συνεργείο ενάμιση χρόνο κι έπειτα πήγε να δουλέψει στο γραφείο ενός πολιτικού μηχανικού. Δούλεψε κι εκεί ένα χρόνο, κι έπειτα από μια μικρή ερωτική απογοήτευση, πήγε να σπουδάσει ηθοποιός. Στη σχολή αυτή έδωσε εξετάσεις για να μπει, μα ο Μοσχονάς δεν δυσκολεύτηκε καθόλου. Όπως και στο σχολείο, έτσι και στη σχολή των ηθοποιών, ήταν χωρίς πολύ κόπο ανάμεσα στους καλύτερους. Απ’ την πρώτη ημέρα συνδέθηκε μ’ ένα ντροπαλό παιδί απ’ την επαρχία, τον Αγγέλου. Και πολύ σύντομα έγινε ζευγάρι με μια συμφοιτήτριά τους, την Αγγελική. Το πρωί δούλευε σ’ ένα ξενοδοχείο, κάνοντας τον σερβιτόρο και το απόγευμα πήγαινε στη σχολή να σπουδάσει τον Σέξπιρ και τον Μολιέρο. Είχε φτάσει τα 23, είχε ήδη αλλάξει μερικές δουλειές, αλλά ακόμα δεν είχε αποφασίσει τι θα έκανε στη ζωή του. Άλλαξε ακόμα μια δουλειά, έγινε πωλητής βιβλίων, και τελείωσε τη σχολή αδιαφορώντας εντελώς για το πτυχίο. Χώρισε και με την Αγγελική.

Η σχολή των ηθοποιών κατάφερε να κρατήσει το ενδιαφέρον του για μόλις ένα έτος. Τα υπόλοιπα δυο χρόνια, ήταν αναγκασμένος να πληρώνει μια σπουδή που δεν την είχε καμία ανάγκη κι επιπλέον ήταν μέτρια για τα γούστα του. Γνώρισε όμως εκεί έναν καθηγητή, το μάθημα του οποίου ήταν απόλαυση, όχι γιατί η γνώση που προσέφερε ήταν δυσεύρετη -ένα οποιοδήποτε βιβλίο ιστορίας της φιλοσοφίας να έπαιρνε θα κατατοπιζόταν πλήρως- αλλά γιατί μετέδιδε την αγάπη του για το αντικείμενο. Το ίδιο συναίσθημα είχε νιώσει ο Μοσχονάς και στο λύκειο, όταν για καλή του τύχη γνώρισε τον Σημακόπουλο, έναν χαρισματικό καθηγητή φροντιστηρίου, που έπαιξε το ρόλο του πατέρα του, μέχρι να σκοτωθεί κι αυτός σε ατύχημα με τη βέσπα του. Ο Μοσχονάς κατάλαβε γρήγορα ότι ούτε το θέατρο, ούτε η τηλεόραση ή ο κινηματογράφος ήταν αυτό που ήθελε να κάνει. Έπαιξε σε μια παράσταση στο τέλος του έτους, κι ήταν ο πιο απογοητευτικός απ’ όλους. Του το είπαν και οι καθηγητές, αλλά τον παρότρυναν να συνεχίσει, προφανώς για να μην χάσουν τα δίδακτρά του. Παρ’ όλα αυτά παρακολούθησε σποραδικά ορισμένα τεχνικά μαθήματα, καθώς η μη διατυπωμένη μεν, αλλά πάγια αρχή του ήταν να μαθαίνει πολλά ετερόκλητα πράγματα. Πτυχίο δεν πήρε γιατί περιφρονούσε το σύστημα της εκπαίδευσης. Οπότε, τα μόνα επίσημα χαρτιά της πολιτείας που πήρε στα χέρια του ήταν το δίπλωμα οδήγησης μηχανής, και τώρα, μετά από αρκετά πλέον χρόνια, το δίπλωμα αυτοκινήτου. Και η ταυτότητά του φυσικά, την οποία εξέδωσε προκειμένου να δώσει εξετάσεις αγγλικών, όταν ακόμα ήταν στο γυμνάσιο.

Στα 25 του βρέθηκε ξαφνικά χωρίς δουλειά, και χωρίς όρεξη για κάτι συγκεκριμένο. Η συγκυρία τον βρήκε σε μια δύσκολη εποχή, με τα νεύρα του τεντωμένα, και μόνο αποκούμπι του το αλκοόλ. Απ’ το περίπτερο που αγόραζε τσιγάρα γνώρισε και μια κοπέλα, ηττοπαθή σαν κι αυτόν τότε, κι άρχισε να κάνει βόλτες μαζί της με το μηχανάκι του, να πίνουν βότκες, να κάνουν σεξ και τέλος να μετακομίσει στο σπίτι της. Ήταν η πρώτη φορά που εγκατέλειπε την οικογενειακή του εστία, ένας λόγος παραπάνω να αισθάνεται παράξενα. Η νέα του φίλη όμως, η Λυδία, δεν έκανε και πολλά πράγματα για να τον βοηθήσει –είχε τα δικά της προβλήματα. Ήταν λίγο νεαρότερη απ’ το Μοσχονά, κι είχε κληρονομήσει απ’ τον πατέρα της εκείνο το περίπτερο, σε μια πολύ κεντρική συνοικία, το οποίο όμως την εμπόδιζε να ζήσει. Είχε για υπάλληλο έναν παλιό φίλο του πατέρα της, που καθόταν εκεί τα βράδια, και η ίδια δούλευε τα πρωϊνά. Ήθελε να μπορούσε να προσλάβει άλλον έναν, αλλά δεν ήταν εφικτό, καθώς έτσι θα έχανε το κέρδος της. Εγκλωβισμένη όπως ήταν στο περίπτερο, η Λυδία είχε μια μόνιμη δυσθυμία. Ο Μοσχονάς προσπαθούσε να την διασκεδάσει, και παροδικά τα κατάφερνε. Αλλά η περίπτωσή της ήταν ανίατη. Η μεγάλη της χαρά ήταν όταν εκείνος παρέπαιε κι εκείνη ήταν αναγκασμένη να του πει μια ενθαρρυντική κουβέντα. Είχε το σύνδρομο της νοσοκόμας. Σ’ αυτό τουλάχιστον τα κατάφερνε καλά. Αλλά τότε εκνεύριζε τον Μοσχονά. Επί ένα χρόνο η ίδια κατάσταση: η Λυδία με το περίπτερο και τη δυσθυμία της κι ο Μοσχονάς άνεργος, σχεδόν απελπισμένος. Ευτυχώς είχε τον Αγγέλου, ο οποίος τελειώνοντας τη σχολή είχε βρει δουλειά σ’ ένα καθημερινό σίριαλ. Δεν ήταν αυτό που ήθελε, αλλά κέρδιζε χρήματα. Ο Μοσχονάς μιλούσε μαζί του μια φορά το μήνα, όταν κατόρθωνε να τον βρει στο τηλέφωνο, κι έπειτα κανόνιζαν μια έξοδο, που πλήρωνε πάντοτε ο Αγγέλου. Ήταν μια πολύ διδακτική περίοδος της ζωής του. Συνειδητοποίησε για πρώτη φορά στο μεγαλείο του, ότι ήταν «παντέρημος, όσο κι ο φέγγαρος εκεί ψηλά», όπως έγραφε κι ο αγαπημένος του ποιητής, Νίκος Καρούζος. Οι διακοπές στα νησιά, η διασκέδαση στα μπαρ, τα ξενύχτια, οι αλητείες, όλα άρχισαν να του φαίνονται μάταια, ηλίθια, χωρίς νόημα. Είχε αφιερώσει τα λίγα, ενήλικα χρόνια του, στην υπηρεσία του αρνητισμού, χωρίς να ξέρει τί ήταν το θετικό. Η Λυδία τον εγκατέλειψε λέγοντάς του ότι ήταν άχρηστος, εκείνη δούλευε δέκα ώρες στο περίπτερο κι εκείνος καθόταν όλη την ημέρα στο σπίτι και διάβαζε ακατάπαυστα κρατώντας σημειώσεις σ’ εκείνα τα μπλε τετράδια που του είχαν γίνει έμμονη ιδέα. Δεν ήταν δα και η καλύτερη δυνατή σχέση αλλά ο Μοσχονάς πληγώθηκε γιατί πίστευε ότι με τη Λυδία μια ημέρα ίσως να έκαναν παιδιά και να ζούσαν πραγματικά ευτυχισμένοι. Αργότερα, όταν ανακαλούσε αυτές τις σκέψεις καταλάβαινε πόσο απελπισμένος ήταν σ’ εκείνη την φάση της ζωής του.

Μετά από έναν ολόκληρο χρόνο ανεργίας, ο Αγγέλου τον έστειλε για δουλειά σ’ ένα μαγαζί που πουλούσε παπούτσια. Κάθισε ένα μήνα κι έφυγε. Αλλά τουλάχιστον είχε κινητοποιηθεί κι είχε ξαναβρεί επιτέλους τον εαυτό του. Μια μέρα θυμήθηκε ότι στο ξενοδοχείο που δούλευε πριν μερικά χρόνια, είχε γνωρίσει έναν μεσήλικα που του είχε δώσει την κάρτα του, «αν κάποτε ξέμενε από δουλειά». Η κάρτα βρισκόταν ξεχασμένη σ’ ένα συρτάρι μαζί με δεκάδες μπλε τετράδια, στο πατρικό του σπίτι, όπου είχε επιστρέψει μετά τον χωρισμό του με τη Λυδία. Μετά από αρκετές προσπάθειες, βρήκε τον Πάνου κι έκλεισε ένα ραντεβού μαζί του στο γραφείο του. Ο Μοσχονάς έβαλε το καλύτερο ρούχο που είχε, κοστούμι ακόμα δεν είχε αγοράσει στη ζωή του, και πήγε. Η εταιρεία δεν ανήκε στον Πάνου, αυτός όμως ήταν ο γενικός διευθυντής, ένα πρόσωπο κλειδί για το μέλλον του, κι ας μην το γνώριζε τότε ακόμα. Ο Πάνου εν μέσω τηλεφωνημάτων κι επαφών με τη γραμματέα του, τον πληροφόρησε ότι στην εταιρεία πάντα υπήρχε δουλειά, αρκεί να βρισκόταν το κατάλληλο πρόσωπο για αυτήν. Τον ρώτησε τι μπορεί να κάνει, κι εκείνος απάντησε τα πάντα. Τον ρώτησε αν μπορεί να δουλέψει ως οδηγός. Είπε «όχι, είναι το μόνο που δεν μπορώ να κάνω, γιατί δεν έχω άδεια οδήγησης». «Στην αποθήκη θα δούλευες;» αντιπρότεινε ο διευθυντής. «Και βέβαια» είπε ο Μοσχονάς, «έχω μεγάλη ανάγκη αυτή τη δουλειά». «Αυτό να μην το λες ποτέ στον εργοδότη» του απάντησε ο Πάνου, «γιατί θα σ’ εκμεταλλευτεί». «Λοιπόν;» ρώτησε ο Μοσχονάς. «Ξεκινάς αύριο στις πωλήσεις. Για την αποθήκη έχουμε λιγότερο ενδιαφέροντες τύπους από εσένα. Καλωσόρισες στην EAGLE». Μ’ αυτή την κοινότοπη υποδοχή εισήλθε ο Μοσχονάς στα γραφεία μιας εταιρείας που έμελλε στη συνέχεια να αποτελέσει το εφαλτήριο για την επαγγελματική του επιτυχία. Η αρχή ήταν πολύ εύκολη. Ως νέος υπάλληλος είχε τεράστια όρεξη για δουλειά, κι έτσι ό,τι του ανέθεταν ήταν βούτυρο στο ψωμί του. Δεν παραπονιόταν για τίποτα, ακόμα και για τις παθογένειες που παρατηρούσε δεν έλεγε τίποτα. Ενώ παλαιότερα, με το παραμικρό διαμαρτυρόταν, τώρα είχε βάλει κάτω το κεφάλι και δούλευε, παρατηρούσε, ρουφούσε το καθετί με μανία. Ώσπου μια μέρα, σε λιγότερο από έναν χρόνο τον κάλεσε στο γραφείο του ο Πάνου.

Δεν ήταν συνηθισμένο να καλείται ένας υπάλληλος στο διευθυντή, συνήθως η πρόσκληση σήμαινε απόλυση. Όμως ο Μοσχονάς κάθε άλλο παρά αρνητική υποδοχή είχε, και με την είσοδό του στο γραφείο του Πάνου εισέπραξε αμέσως τον θαυμασμό και την εκτίμησή του. Δεν είχε ξανασυναντήσει, του είπε, τόσο ευσυνείδητο υπάλληλο, με τέτοια θέληση και τόσες ικανότητες. Του υποσχέθηκε ότι σύντομα θα του έδινε μια πιο υπεύθυνη θέση, κι ο Μοσχονάς τον ευχαρίστησε. Η συνάντηση ήταν σύντομη αλλά έδωσε τεράστια αυτοπεποίθηση στον Μοσχονά. Χωρίς αμφιβολία, η θέση που θα έπαιρνε ήταν εκείνη του τμηματάρχη, γι’ αυτό έτρεξε γρήγορα σ’ ένα βιβλιοπωλείο κι αγόρασε μια ντουζίνα βιβλία διοίκησης. Τα διάβασε σε λιγότερο από δέκα ημέρες, μα στο τέλος ένιωθε ελάχιστα πιο κατατοπισμένος. Ό,τι διάβασε ήταν ξένο προς τη δική του προσωπικότητα, τα δικά του βιώματα, τις δικές του αντιλήψεις. «Πώς να εφαρμόσει κανείς αρχές και προγράμματα πάνω σε ανθρώπους όταν αυτές οι επινοήσεις είναι τόσο αποστασιοποιημένες απ’ την πραγματική ζωή και τα διακυβεύματά της;», σκεφτόταν.

Δεν πέρασε ένα τρίμηνο, κι ένα υψηλόβαθμο στέλεχος της εταιρείας, που έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση στο Μοσχονά, του ανακοίνωσε ότι εφεξής θα έδινε λογαριασμό σ’ εκείνον, γιατί τώρα ήταν τμηματάρχης. Στο τμήμα αυτό, που μετρούσε 30 υπαλλήλους συνηθιζόταν, σε κάθε αλλαγή, από παραίτηση ως συνταξιοδότηση κάποιου συναδέλφου, να γίνεται μια μικρή γιορτή μετά το τέλος της δουλειάς. Πολλές φορές όμως το πάρτι αυτό τελείωνε τα μεσάνυχτα με τους υπαλλήλους πνιγμένους σε μια θάλασσα αλκοόλ. Για μερικούς η έλευση ενός νέου τμηματάρχη ήταν πρώτης τάξης ευκαιρία για ένα μεγαλοπρεπές πάρτι. Θα συνδυαζόταν με την αποχώρηση του προηγούμενου, ο οποίος είχε δηλώσει από καιρό την επιθυμία του να μετακινηθεί σ’ ένα παράρτημα της εταιρείας στη συμπρωτεύουσα. Ο Μοσχονάς αισθάνθηκε απ’ την αρχή αμήχανα, διότι κάποιοι απ’ τους μέχρι εκείνη τη στιγμή συναδέλφους του, θα γίνονταν υφιστάμενοί του. Σε γενικές γραμμές είχε καλές σχέσεις με όλους, ένας δυο θα του δημιουργούσαν πρόβλημα, το γνώριζε απ’ τον τρόπο που του μιλούσαν, αλλά δεν ήταν κάτι που μπορούσε να το θεωρήσει πρόβλημα. Κι όπως ήταν αναμενόμενο, οι συγκεκριμένοι δυο έφυγαν πρώτοι απ’ το πάρτι.

Ο υπόλοιπος κόσμος κάθισε και συζήτησε μαζί του, αστειεύτηκε, και τέλος σχολίασε το γεγονός ότι μέχρι κι ο ίδιος ο Πάνου έσπευσε για να του ευχηθεί. Κάποια στιγμή, άνοιξε και η καθιερωμένη σαμπάνια και χειροκρότησαν. Ο Μοσχονάς πιέστηκε να μιλήσει, δεν ήθελε καθόλου μα ήταν παράδοση. Η αμηχανία του ήταν μεγάλη γιατί είχε απ’ το σχολείο να μιλήσει σε ακροατήριο. Πήρε μια ανάσα και είπε:

«Οι περισσότεροι από εσάς με γνωρίζετε, γι αυτό νομίζω ότι είναι περιττό να σας συστηθώ. Για τους υπόλοιπους όμως είμαι ο Γιώργος Μοσχονάς. Κι εύχομαι να συνεργαστούμε καλά. Σας ευχαριστώ».

Τον χειροκρότησαν κι έβαλαν μουσική. Ο Μοσχονάς μίλησε με όλους. Πήγε σε καθένα χωριστά, είπε ευχαριστώ, συστήθηκε. Μερικοί ήταν πιο ενθουσιώδεις από άλλους, ορισμένοι μάλιστα του ευχήθηκαν «σιδεροκέφαλος». Ο τελευταίος υπάλληλος που δεν είχε χαιρετήσει ήταν μια γυναίκα, γνώριμη φυσιογνωμία, πιθανόν από κάποια τυχαία συνάντηση στο ασανσέρ των κεντρικών. Ήταν ξανθιά και πολύ όμορφη. Κατά πάσα πιθανότητα η πιο όμορφη γυναίκα στην οποία είχε μιλήσει ποτέ ο Μοσχονάς. Στην πραγματικότητα, τον πλησίασε εκείνη, βλέποντας ότι αυτός καθυστερεί, τον πλησίασε, του συστήθηκε και του ευχήθηκε καλή επιτυχία. Είπε ευγενικά ότι είχε μια κοινωνική υποχρέωση κι ότι έπρεπε να φύγει, χαμογέλασε, έβαλε το παλτό της και ξεκίνησε να φύγει. Ο Μοσχονάς όμως, είχε πιει λίγο κρασί παραπάνω, μετά είχε έρθει και η σαμπάνια, κι ήταν λίγο πιο εύθυμος απ’ το συνηθισμένο. Τη ρώτησε για τη θέση της, για το παρελθόν της στην εταιρεία, για τις προβλέψεις και τις απόψεις της σχετικά με το τμήμα και την εταιρεία, έπειτα τη ρώτησε για το αγαπημένο της φαγητό, τον αγαπημένο της τόπο, την αγαπημένη της ώρα, και μετά ήταν σαν η μουσική να ακουγόταν από πολύ μακριά, και οι συνάδελφοι γύρω τους να είναι εξαφανισμένοι πίσω από ένα σεντόνι. Μιλούσαν πλέον όλο και λιγότερο, με όλο και πιο νωχελικές κινήσεις, όλο και πιο ζεστά βλέμματα. Είχαν ερωτευτεί. Έφυγαν τελευταίοι, μαζί μ’ έναν κλητήρα που παρέδωσε τα κλειδιά της αίθουσας στον φύλακα του ισογείου. Πήγαν σ’ ένα παλιό μπαρ της πόλης που σύχναζαν ναυάγια της ζωής, και συνέχισαν τη συζήτησή τους. Ήπιαν κι άλλο, ζεστάθηκαν κι άλλο, έβγαλαν κι άλλα ρούχα, έπειτα το μαγαζί έκλεισε, κι εκείνη του πρότεινε να πάνε στο διαμέρισμά της. Τα λόγια τους τέλειωσαν. Μπήκαν στο σπίτι, κατευθύνθηκαν στην κρεβατοκάμαρα, γδύθηκαν, μπήκαν κάτω απ’ τα σκεπάσματα, αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν, κι έκαναν έρωτα. Το πρωί ο Μοσχονάς ξύπνησε πρώτος. Κατάφερε να φτιάξει καφέδες και πρωϊνό, ψάχνοντας τα ντουλάπια και το ψυγείο της άγνωστης κουζίνας. Ένιωθε ότι είχε βρει τη γυναίκα της ζωής του. Δεν πίστεψε ποτέ ότι υπάρχει «η γυναίκα της ζωής» μα τώρα αισθανόταν ότι στο διπλανό δωμάτιο κοιμόταν μια τέτοια γυναίκα, μια γυναίκα που θα την παντρευόταν και θα έκαναν παιδιά. Έβαλε σ’ ένα δίσκο τα πράγματα και πήγε να την ξυπνήσει, δεν το είχε κάνει ποτέ άλλοτε, μέχρι τότε νόμιζε ότι αυτά γίνονταν μόνο σε ταινίες. Η Ελπίδα ξύπνησε κι είδε έκπληκτη τον Μοσχονά να την κοιτάζει με το δίσκο στα χέρια. Ήταν το πιο όμορφο πρωϊνό της ζωής τους, έτσι είπαν ο ένας στον άλλον. Ήταν Σάββατο. Άκουσαν μουσική, έκαναν ντους, δεν σταμάτησαν να μιλούν. Βγήκαν βόλτα. Πήραν το τρένο και κατέβηκαν στο κέντρο της πόλης. Περπάτησαν, μπήκαν σε βιβλιοπωλεία και δισκάδικα. Γέλασαν, φιλήθηκαν, αγκαλιάστηκαν. Αν υπήρχε ένα όμορφο πάρκο κοντά τους, θα πήγαιναν σίγουρα. Αντ’ αυτού κάθισαν σε μια ταβέρνα να φάνε. Επέστρεψαν σπίτι της, όπου ξαναέκαναν έρωτα, κοιμήθηκαν, άκουσαν μουσική, συζήτησαν, βγήκαν για βόλτα… Η Κυριακή κύλησε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, οι δυο τους να εξερευνούν σώματα, συνήθειες, αναμνήσεις, επιθυμίες, ν’ ακούνε μουσική, να τρώνε και να πίνουν, να περπατούν. Το βράδυ ο Μοσχονάς αναγκάστηκε να πάει στο πατρικό του για να πάρει ρούχα. Επέστρεψε στης Ελπίδας και κοιμήθηκαν ξανά μαζί.

Τη Δευτέρα το πρωί πήγαν μαζί στην εταιρεία και μπήκαν πιασμένοι απ’ το χέρι. Κάποιοι τους είδαν και χαμογέλασαν. Η Ελπίδα παρά το νεαρό της ηλικίας της, ήταν μόλις ένα χρόνο μικρότερη απ’ τον Μοσχονά, δούλευε ως σύμβουλος της εταιρείας σε θέματα περιβάλλοντος και γενικότερα, κοινωνικής ευθύνης. Χωρίστηκαν μ’ ένα φιλί, για να απομονωθούν στα γραφεία τους, που ήταν αρκετά μακριά και σε διαφορετικό όροφο. Η καινούργια θέση για τον Μοσχονά δεν έκρυβε πολλές εκπλήξεις, στην πραγματικότητα το μόνο που έμαθε ήταν ότι οι ηγετικές ικανότητες που διαισθανόταν ότι είχε, ήταν υπαρκτές. Για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα δεν αντιμετώπισε ούτε μια δυσκολία. Και στις διάφορες μικροκρίσεις που προέκυψαν ανταποκρίθηκε σαν να είχε δεκαετή πείρα. Ο Μοσχονάς, άρχιεσε να πιστεύει ότι ήταν φτιαγμένος αποκλειστικά για τέτοιες νευραλγικές θέσεις. Δεν παρέλειπε συχνά όμως να αναλαμβάνει παραδειγματικά και πιο ταπεινές δουλειές, για να δείχνει στους υφισταμένους του ότι δεν ήταν παρά ένας απ’ αυτούς. Όλα αυτά όμως δεν τα έκανε βάσει κάποιου σχεδίου που είχε φτιάξει στο μυαλό του. Λειτουργούσε με το ένστικτο, το συναίσθημα και τη λογική του. Με λίγα λόγια, αυτοσχεδίαζε. Κυρίως τον απασχολούσε να κρατά τις ισορροπίες κι έπειτα να φέρνει επιτυχημένα εις πέρας τις αποστολές του. Κατάφερνε να μην δυσαρεστεί ούτε τους συναδέλφους, ούτε τους προϊσταμένους του, πείθοντάς τους ότι ήξερε τι κάνει, ότι είχε όραμα. Η αυτοπεποίθησή του κέρδιζε τους πάντες. Διότι και οι μεν και οι δε τον θεωρούσαν δικό τους άνθρωπο, κάτι που του εξασφάλιζε μια περίοπτη θέση στην εταιρεία, την προνομιακή θέση του ειρηνοποιού και του δίκαιου κριτή.

Μέσα στους πρώτους έξι μήνες ο Μοσχονάς είχε αποφασίσει ότι ήθελε να ασχοληθεί με τον κόσμο των επιχειρήσεων. Είχε αποφασίσει επίσης να παντρευτεί την Ελπίδα, αλλά για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο, δεν της το έλεγε. Όσο πειθόταν ότι αυτή ήταν η δουλειά που ήθελε να κάνει, τόσο περισσότερες ώρες εργαζόταν, γεγονός που του άφηνε ελάχιστο χρόνο να βλέπει την Ελπίδα, η οποία σποραδικά ένιωθε παραμελημένη, του το έλεγε, κι εκείνος για μια εβδομάδα μείωνε τις ώρες εργασίας του. Μετά τα πράγματα επανέρχονταν στη θέση τους. Ο Μοσχονάς είχε κυριολεκτικά παθιαστεί με την εταιρεία. Ξυπνούσε στις 5 το πρωί, άναβε τον υπολογιστή του και δούλευε ως τις 7 μιση. Έπειτα πήγαινε στο γραφείο, όπου καθόταν ως τις 8 το απόγευμα. Ο προσωπικός του χρόνος πολλές φορές περιοριζόταν σε δυο ώρες παρέα με την Ελπίδα σε κάποιο εστιατόριο. Κοιμόταν κάθε βράδυ στις 12. Είχε μετακομίσει στο διαμέρισμα της Ελπίδας, σ’ ένα μικρό αλλά όμορφα διακοσμημένο απ’ την ίδια, διαμέρισμα, σε μια μάλλον ακριβή περιοχή του κέντρου. Ήταν πιο ήσυχος από ποτέ. Τώρα γνώριζε ότι ακόμα κι αν, για κάποια τρελή αιτία, τον απέλυαν, ο τομέας που θα εργαζόταν θα ήταν και πάλι σε κάποια μεγάλη επιχείρηση. Είχε πλέον μόνιμα την αίσθηση ότι προσφέρει τις γνώσεις του, τις δεξιότητές του, τη δημιουργικότητα και τις ιδέες του σε κάτι που άξιζε, κι ότι επιπλέον η δουλειά του αξιολογούνταν θετικά. Η εκτίμηση κι ο σεβασμός των άλλων ήταν πολύ ενθαρρυντικά στοιχεία για τον Μοσχονά. Είχε μόλις πατήσει τα 30, κέρδιζε ένα σεβαστό ποσό κάθε μήνα, είχε μια δουλειά που τον έκανε να αισθάνεται πλήρης, αγαπούσε μια γυναίκα που ήταν πέρα από κάθε προσδοκία. Ήταν ικανοποιημένος, παρ’ όλο που δεν είχε πολύ ελεύθερο χρόνο να κάνει κι άλλα πράγματα που ήθελε, όπως να μάθει ένα μουσικό όργανο. Το μεγαλύτερο παράπονό του όμως ήταν ότι δεν φρόντιζε αρκετά την οικογένειά του. Μπορεί μεν να έδινε κάποια χρήματα στον πατέρα του, αλλά στο σπίτι καθόταν το πολύ μια ώρα τον μήνα. Η μητέρα του, κάθε φορά που την επισκεπτόταν του έκανε παράπονα. Ο μεγάλος του αδελφός, που καθόταν όλη την ημέρα στο σπίτι ήταν μάλλον πιο ψύχραιμος. Του ζητούσε κανένα τσιγάρο, έχοντας ξεχάσει ότι ο Μοσχονάς είχε σταματήσει το κάπνισμα, και μετά τον ρωτούσε για γυναίκες, ξεχνώντας ότι ο Μοσχονάς είχε σταθερή σχέση με μια κοπέλα που την έλεγαν Ελπίδα. Αλλά ο αδελφός του είχε το ακαταλόγιστο, ήταν καλλιτέχνης, έκανε ασπρόμαυρα σχέδια απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Ο Μοσχονάς θα ήθελε πολύ να μπορούσε να κάθεται περισσότερη ώρα στο σπίτι του, αλλά του ήταν αδύνατο. Τρελαινόταν. Η σκηνή ήταν απαράλλαχτη: η μητέρα του τον πίεζε να φάει, ο αδελφός του τον κοίταζε και δεν τον έβλεπε, ο πατέρας του ερχόταν απ’ το καφενείο και τον ρωτούσε αν πήρε αύξηση. Μια ημέρα, κατάκοπος από μια δύσκολη ημέρα στο γραφείο, έβγαλε μια αστεία κραυγή προσπαθώντας να κλάψει, τους έβρισε μέσα απ’ τα δόντια του και έκλεισε με θόρυβο πίσω του την πόρτα. Δυο εβδομάδες μετά, ήταν και πάλι εκεί να ζητάει συγνώμη.

Όταν έκλεισε δυόμισι χρόνια στην εταιρεία προσκλήθηκε ξανά στο γραφείο του Πάνου. Αυτή την φορά ήταν βέβαιος ότι κάτι κακό είχε συμβεί. Ο Μοσχονάς αν και πολύ δημοφιλής κι αγαπητός στην εταιρεία, είχε έναν βασικό εχθρό, που με τον καιρό είχε πάρει μαζί του άλλο ένα άτομο. Οι δυο αυτοί υπάλληλοι, ένας άνδρας και μια γυναίκα, του δημιουργούσαν κατά καιρούς μικροπροβλήματα, φέρνοντας αντιρρήσεις στις υποδείξεις του, αρνούμενοι να κάνουν απαραίτητες εργασίες, μιλώντας του με αυθάδεια που έφτανε συχνά στο μίσος. Όμως ο Μοσχονάς ουδέποτε έχασε την ψυχραιμία του. Μόνο μια φορά έκανε το λάθος να τους απειλήσει ότι θα τους παραπέμψει σε ανώτερους, πράγμα που ισοδυναμούσε δυνητικά με απόλυση. Η γυναίκα έβαλε τα κλάματα, κι ο άνδρας άρχισε να ωρύεται στο κέντρο της μεγάλης αίθουσας που συνωστίζονταν δεκάδες γραφεία, «αυτός είσαι, τώρα μας έδειξες το πραγματικό σου πρόσωπο, τέρας». Το συμβάν αυτό ήταν τραυματικό, διότι ποτέ κανείς δεν αμφισβήτησε τις προθέσεις του αλλά ούτε και τις πρακτικές που υιοθετούσε. Όταν το βράδυ επέστρεψε στο σπίτι, δεν είπε τίποτα στην Ελπίδα, αλλά ήταν αποφασισμένος την επόμενη ημέρα να υποβάλει την παραίτησή του, αν ο άνδρας δεν ανακαλούσε. Αλλά η Ελπίδα κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, του εκμαίευσε την ιστορία και τον συμβούλευσε να το χειριστεί διαφορετικά. Έτσι πήγε στο ζευγάρι των εχθρών του, τους διαβεβαίωσε ότι δεν θα τους κατηγορούσε στους ανώτερους, αλλά τους ζήτησε να είναι πιο συνεργάσιμοι μαζί του. Επίσης ζήτησε απ’ τον ίδιο τον άνδρα να ανακαλέσει, πράγμα που έγινε.

Ο Μοσχονάς ήταν βέβαιος ότι το συμβάν είχε φτάσει στα αυτιά του γενικού διευθυντή, και πιθανώς εκείνος να το είχε θεωρήσει πιο σημαντικό. Ωστόσο ο Πάνου τον υποδέχτηκε και πάλι μ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Και μια πρόταση που πρακτικά σήμαινε προαγωγή. Του ανέθεσε χωρίς χρονοτριβή την υψηλή εποπτεία και τον έλεγχο ενός μεγάλου έργου που εκπονούσε η εταιρεία εκείνο τον καιρό: την κατασκευή και λειτουργία ενός αεροδρομίου στην Γκάνα. Το έργο είχε κολλήσει εδώ και καιρό. Ο συντονιστής του έργου δεν άντεξε στην πίεση και τις συνθήκες της Αφρικής κι είχε φύγει. Ο Πάνου εξήγησε στον Μοσχονά ότι τον έστελνε σε μια ειδική αποστολή, που θα μπορούσε να αποδειχτεί για εκείνον είτε σε ελατήριο που θα τον εκτόξευε, είτε σε πρέσα που θα τον καταπόντιζε για πάντα. Ακούγοντας το «για πάντα» ο Μοσχονάς έβηξε, θεωρώντας το υπερβολικό, αλλά ο Πάνου επέμεινε. Του είπε ότι ο προκάτοχός του έφτασε στο σημείο να παραιτηθεί και να αναζητήσει μετά τη βοήθεια ειδικών ψυχολόγων. Το έκανε αυτό βέβαια, γιατί είχε ήδη αποκτήσει μεγάλη οικονομική άνεση, «αλλά εγώ», είπε ο Πάνου, «όταν ακούω έναν σαραντάχρονο να λέει παραιτούμαι, είναι σαν να τον ακούω να λέει αποσύρομαι να πεθάνω. Καταλαβαίνεις γιατί σ’ το λέω, είμαι 65, και κανονικά θα έπρεπε να έχω πάει σπίτι μου». Ο Μοσχονάς έδειξε αμέσως την έκπληξή του, γιατί ο Πάνου έμοιαζε να είναι τουλάχιστο δέκα χρόνια νεότερος.

Ήταν πράγματι η πιο δύσκολη αποστολή που είχε αναλάβει ποτέ. Σε μια άγνωστη χώρα, μ’ εντελώς άγνωστους ανθρώπους, προσπάθησε επί έναν ολόκληρο χρόνο να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να φέρει εις πέρας ένα έργο που από πολλούς είχε χαρακτηριστεί «αυτοχειρία». Όταν το παρέλαβε, βρισκόταν στο κρίσιμο σημείο της διαπραγμάτευσης με τους τοπικούς παράγοντες. Οι προσπάθειές του επικεντρώθηκαν στο να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους, μιας και δεν ήταν ο μόνος απεσταλμένος απ’ τη Δύση. Το έργο είχε ανατεθεί σε μια πανευρωπαϊκή κοινοπραξία, που καθεμιά τους είχε στην ευθύνη της κι από έναν τομέα. Η EAGLE είχε υπό την εποπτεία της το σύνολο του έργου, η δουλειά της μ’ άλλα λόγια ήταν ο συντονισμός όλων των υπόλοιπων εταιρειών. Η παρουσία της είχε γίνει αναγκαία απ’ την κατάθεση του φακέλου της υποψηφιότητας της κοινοπραξίας, όταν οι έντεκα εταιρείες πάσχιζαν να βρουν έναν τρόπο συνεννόησης. Ο Μοσχονάς κέρδισε γρήγορα την εκτίμηση των επικεφαλής, διότι η γνωριμία μαζί του έδινε αμέσως την ιδέα ενός άνθρωπου σοβαρού, που ήθελε να κάνει τη δουλειά του και ήξερε, παρά το νεαρό της ηλικίας του, το πώς. Η ικανότητά του να είναι ευπροσάρμοστος, προσιτός, προσηνής, και να μπορεί εύκολα να επικοινωνεί με τους πάντες, του έλυσαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα τα χέρια.

Καθώς ήταν υποχρεωμένος να επικοινωνεί σε επίπεδο κεφαλής με τους Γερμανούς, τους Γάλλους, τους Ισπανούς και τους Ιταλούς συναδέλφους του, αναγκάστηκε να κάνει μερικά εντατικά μαθήματα γερμανικών και ισπανικών. Του πήρε μόλις ένα τρίμηνο μέχρι να νιώσει βολικά στην χώρα, εκεί που άλλοι δεν τα κατάφερναν ποτέ. Η Αφρική, έλεγε, είναι μια εκπληκτική ευκαιρία για να ανασκευάσεις τις απόψεις σου περί προνομίων. Ζώντας δίπλα σε ανθρώπους που δεν είχαν πρόσβαση στο νερό και σε στοιχειώδεις ανέσεις, μιλώντας καθημερινά με αξιωματούχους που θεωρούσαν την κατάσταση «θέλημα θεού κι αφέντη», ο Μοσχονάς άρχισε να σχηματίζει μια γνώμη για την χώρα που θα συμπυκνωνόταν αργότερα σε μια φράση που συνήθιζε να λέει με κάθε αφορμή. «Εμείς οι δυτικοί, έχουμε ξαπλώσει πάνω στην Αφρική και δεν την αφήνουμε να αναπνεύσει». Θεωρούσε ότι υπεύθυνοι για την αθλιότητα του πληθυσμού ήταν η Δύση, διότι είχε τα μέσα να βοηθήσει, μα δεν το έκανε. Το αεροδρόμιο όμως ήταν ένα καλό παράδειγμα προς μίμηση. Το κράτος της Γκάνας δεν πλήρωσε ούτε ένα νόμισμα για την κατασκευή του. Με την αυτοχρηματοδότησή του, το έργο θα περνούσε στα χέρια των γκανέζων έπειτα από 50 χρόνια, όταν θα τελείωνε η εκμετάλλευσή του απ’ την κοινοπραξία. Εντωμεταξύ θα εξυπηρετούσε τις μεταφορές τροφίμων και βοήθειας, θα άνοιγε τον κόσμο στη Γκάνα και θα δημιουργούσε μερικές χιλιάδες θέσεις εργασίες. Ο Μοσχονάς ήταν ενθουσιασμένος με την αλλαγή που θα επέφερε το αεροδρόμιο στο σύνολο της κοινωνίας. Σε μια απ’ τις πολλές συζητήσεις του με υπουργούς της κυβέρνησης, σ’ ένα απ’ τα πολλά γεύματα που παρέθεταν οι διάφοροι αξιωματούχοι στα στελέχη των κατασκευαστικών εταιρειών, είχε πει ότι η Γκάνα θα μπορούσε να γίνει δεύτερη πατρίδα του. Ο υπουργός ανάπτυξης ήταν πλέον στενός του φίλος, και ικανοποιούσε όποιο αίτημα κι αν του υπέβαλλε ο Μοσχονάς. Το ίδιο και άλλα κυβερνητικά στελέχη, απ’ τον πρόεδρο της εταιρείας υδάτων ως τον πρόεδρο της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, ανταποκρίνονταν με προθυμία και ταχύτητα στα αιτήματά του, που δεν ήταν λίγα. Κάποια στιγμή χρειάστηκε να στρώσουν ένα ειδικό υλικό σε μια έκταση 1000 στρεμμάτων, και κινητοποιήθηκε ολόκληρη η πυροσβεστική της χώρας. Το αεροδρόμιο είχε γίνει, και εξαιτίας του Μοσχονά, εθνική υπόθεση. Βέβαια, η φτώχεια των κατοίκων, και η εξαθλιωμένη όψη μεγάλου μέρους τους, ήταν κάτι που καθημερινά τον έθλιβε. Έπρεπε κάθε φορά που έβγαινε απ’ το σπίτι του να δίνει μια ιδιότυπη μάχη, ενάντια σε όσα αντίκριζε. Ενάντια στη βία των δρόμων, στα πεινασμένα παιδιά, στα σωριασμένα κορμιά στη μέση των λεωφόρων. Παρότι δεν είχε την αυταπάτη να πιστεύει ότι το αεροδρόμιο θα έσωζε την κατάσταση, εξέφραζε πάντα την ελπίδα ότι το έργο θα ήταν μια μικρή σπίθα, ένας σπόρος που αν καρποφορούσε θα έφτανε τη γύρη του μακριά, και το δάσος σταδιακά θα εμφανιζόταν. Αλλά έπρεπε πρώτα να τελειώσει το αεροδρόμιο, κάτι που δεν ήταν καθόλου εύκολο. Οι εταιρείες διαγκωνίζονταν διαρκώς σχετικά με το πεδίο ευθύνης τους, οι υπάλληλοί τους φιλονικούσαν διαρκώς, νικημένοι απ’ το κλίμα και γενικότερα τις κακουχίες, και οι ντόπιοι, με κάθε μικρή αναποδιά, κάκιζαν τους ξένους που ήρθαν να τους αρπάξουν τη γη. Κάποια βράδια ο Μοσχονάς επέστρεφε αργά το βράδυ στο σπίτι του κατάκοπος κι εντελώς αποθαρρυμένος. Μια φορά μάλιστα έφτασε στο σημείο να σκεφτεί την αποχώρηση απ’ το έργο. Μέσα στην απελπισία του όμως, τον πήρε τηλέφωνο η Ελπίδα, του συνέστησε ψυχραιμία, και του υπενθύμισε ότι σε δεκαπέντε ημέρες θα βρίσκονταν στη Βενετία. Φυσικά εκείνος το είχε ξεχάσει. Το ταξίδι τους διήρκεσε τέσσερις ημέρες, κι έγινε την πιο κατάλληλη στιγμή. Ο Μοσχονάς είχε κλείσει έξι μήνες εντατικής εργασίας, και είχαν μόλις αρχίσει να αχνοφαίνονται στον ορίζοντα οι καρποί της εργασίας του. Η Βενετία όμως δεν τον ωφέλησε καθόλου. Η Ελπίδα ήταν συνεχώς εκνευρισμένη, κι εκείνος ανήσυχος για τα πάντα. Επιπλέον, αρρώστησε. Έπαθε μια γρίπη που τον καθήλωσε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Έτσι, δεν χαλάρωσαν ούτε στιγμή, παρ’ όλο που είχαν να ιδωθούν έξι μήνες. Οι τέσσερις ημέρες έφυγαν γρήγορα και το ζευγάρι απέδωσε το αποτυχημένο ταξίδι στην ένταση του Μοσχονά. Ευχήθηκαν να τελειώσει γρήγορα η Γκάνα, και να επιστρέψουν σε πιο φυσιολογικούς ρυθμούς. Χώρισαν αγαπημένοι.

Πίσω στο αεροδρόμιο, ο Μοσχονάς, σκέφτηκε πως ήταν καιρός ν’ αρχίσει να δρομολογεί σιγά σιγά την επιστροφή του. Μίλησε με τον Πάνου στα κεντρικά, και κατάλαβε ότι πλέον ήταν στο χέρι του πότε θα επέστρεφε. Ο Πάνου ήταν ενθουσιασμένος με τη δουλειά του, αλλά του έδωσε να καταλάβει ότι για έναν χρόνο ακόμα θα έπρεπε να είναι στην Γκάνα. Ο Μοσχονάς έφτιαξε το χρονοδιάγραμμά του να τελειώνει σ’ έναν χρόνο, χωρίς να το ανακοινώσει πουθενά, ούτε καν στην Ελπίδα, και βάλθηκε να συνεχίσει την εντατική δουλειά.

Στον ένα χρόνο επάνω είδε τον πύργο ελέγχου να σηκώνεται αγέρωχος προς τον ουρανό, τα κτίρια να απλώνονται κατά μήκος του, τους αεροδιαδρόμους να παίρνουν σχήμα. Πέταξε για πρώτη φορά στη ζωή του με ελικόπτερο κι είδε παρέα με τον υπουργό δημοσίων έργων, το έργο από ψηλά. Ο Τύπος της Γκάνας μιλούσε για χρόνο ρεκόρ, για παγκόσμια πρωτιά των γκανέζων εργατών και των ευρωπαίων εταιρειών. Το όνομα του Μοσχονά βρισκόταν στην πρώτη σελίδα, αφού του απέδιδαν μεγάλο μέρος της επιτυχίας. Του πήραν συνεντεύξεις, τον κάλεσαν στα πιο γνωστά σπίτια. Ήταν πλέον ο από μηχανής Έλληνας, ο «Greco ex machina». Μα για εκείνον όλα αυτά δεν είχαν καμία αξία και τα αντιμετώπιζε με χιούμορ. Τη μεγαλύτερη ικανοποίηση δήλωνε ότι την έπαιρνε παρατηρώντας την εξέλιξη του έργου μέρα με τη μέρα. Παράλληλα, απολάμβανε τη σχέση του με τους ανθρώπους, τους εργάτες με τους οποίους μιλούσε στα γαλλικά, αλλά και τους υπαλλήλους των κατασκευαστικών εταιρειών. Ρωτούσε για τις συνθήκες ζωής στις χώρες τους και ζητούσε να μάθει ιστορίες. Ήξερε ότι περνούσε μια σημαντική περίοδο της ζωής του, και γι΄ αυτό φρόντιζε να την ευχαριστηθεί. Κοιμόταν ελάχιστα, αλλά το δημιουργικό του άγχος δεν του επέτρεπε να νιώσει κουρασμένος. Ένιωθε σαν να είχε ξαναγεννηθεί. Μερικές φορές, κάποια καθημερινή που συνειδητοποιούσε από πολύ νωρίς το πρωί ότι οι εργασίες πήγαιναν ρολόι, έπαιρνε μια μηχανή που του είχαν παραχωρήσει κι έκανε εκδρομές. Χωρίς προορισμό. Χωρίς άλλο σκοπό απ’ το ίδιο το ταξίδι. Την αίσθηση, ή έστω την ψευδαίσθηση, της αυτονομίας.

Το αεροδρόμιο τελείωσε τρεις μήνες πριν την ημερομηνία που είχε προβλεφθεί. Σ’ αυτό συνέβαλαν πολλοί παράγοντες, αλλά ένας εξ αυτών ήταν σίγουρα ο Μοσχονάς. Τα εγκαίνια ορίστηκαν στα τέλη Μαΐου, σε μια εποχή έντονης ξηρασίας. Η ζέστη είχε αρχίσει να δημιουργεί στους δυτικούς ένα μόνιμο αίσθημα πνιγμού. Η χαρά όμως για το νέο αεροδρόμιο δεν μπορούσε να επισκιαστεί από τίποτα. Για το μεγάλο γεγονός έσπευσε ο πρόεδρος της χώρας και όλη η πολιτική, επιχειρηματική και πολιτιστική ηγεσία του τόπου. Απ’ την πλευρά της EAGLE είχε έρθει κι ο Πάνου. Το τελετουργικό περιλάμβανε παραδοσιακούς χορούς, δεήσεις σε θεούς, λόγους, ατέλειωτους λόγους, και στο τέλος φαγητό. Ο Μοσχονάς πιέστηκε για άλλη μια φορά να πει δυο κουβέντες που συνοψίστηκαν σ’ ένα θερμό ευχαριστώ προς τους κατοίκους, τους εργάτες, τους αξιωματούχους, και φυσικά τους υπαλλήλους των εταιρειών που συνεργάστηκαν μαζί του. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης η κυβέρνηση του απένειμε ένα μετάλλιο, καθώς κι ένα πολύ ακριβό δώρο: το ξυλόγλυπτο άγαλμα ενός πολύ σημαντικού θεού. Ο Πάνου, απ’ την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στην χώρα εντυπωσιάστηκε απ’ τις αλλεπάλληλες εκφράσεις θαυμασμού κι αγάπης προς το πρόσωπο του Μοσχονά. Όπου κι αν πήγαν μαζί σ’ αυτές τις τέσσερις μέρες που κάθισε εκεί ο Πάνου, έβλεπαν γύρω τους να μαζεύονται δεκάδες άνθρωποι που επευφημούσαν τον Μοσχονά. Ήταν κάτι σαν λαϊκός ήρωας. Ο Μοσχονάς είπε στον Πάνου ότι ήταν η πρώτη φορά που κάποιο έργο τελείωνε και δεν άφηνε κάποιες εκκρεμότητες. Το σύνηθες στην Γκάνα, ήταν ότι απ’ τους πολλούς χρηματισμούς, τα έργα κατέληγαν είτε να μη γίνονται καθόλου, είτε να μένουν ημιτελή. Ο Μοσχονάς είχε μάθει λεπτομερειακά το πώς λειτουργούσε το σύστημα, και σε πολλές περιπτώσεις, χρησιμοποίησε αυτές τις γνώσεις για να φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Το βράδυ μετά τα εγκαίνια, στη δεξίωση που έδωσε ο πρόεδρος της χώρας στους κατασκευαστές, ο Πάνου θεώρησε ότι είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή για να ανακοινώσει στο Μοσχονά ένα ευχάριστο νέο. Το διοικητικό συμβούλιο τον είχε ψηφίσει διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας. Ήταν δηλαδή, χωρίς να το ξέρει, ο, διάδοχος του Πάνου πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε να επιστρέψει στην Αθήνα το ταχύτερο δυνατό. Αιφνιδιάστηκε αλλά δεν το έδειξε. Στην πραγματικότητα ήταν τόσο αμήχανος και φορτισμένος που δεν ήξερε τι ακριβώς έπρεπε να κάνει. Ήπιε το κόκκινο κρασί του για να χαλαρώσει και μετά την πρόποση του Πάνου για καλή επιτυχία, τον ρώτησε αν θα συνταξιοδοτηθεί.

«Έχω ήδη» του απάντησε χαμογελώντας. Ο Μοσχονάς του ζήτησε να κάνει έναν απολογισμό της καριέρας του, κι εκείνος αρκέστηκε με σιγουριά να του πει ότι «η πιο αξέχαστη στιγμή είναι η πρώτη σου επιτυχία». Ο Πάνου, ήταν φανερά συγκινημένος και δεν ήθελε να συζητήσει περαιτέρω για δουλειές, τώρα τον ενδιέφερε μόνο να διασκεδάσει. Πάντως για τον Μοσχονά ο Πάνου εξακολουθούσε να είναι ένα άλυτο μυστήριο. Παρότι ήταν ο άνθρωπος που τον βοήθησε όσο κανείς άλλος, και του έδωσε μια ανυπολόγιστης αξίας ευκαιρία, υπήρχε κάτι που τον έκανε με μια λέξη αντιπαθή. Τα στοιχεία που συνέθεταν την προσωπικότητά του, όπως αυτή ξεδιπλωνόταν μπροστά στα μάτια του Μοσχονά, ήταν αντιφατικά. Απ’ τη μια γενναιόδωρος, απ’ την άλλη κρυψίνους, απ’ τη μια λάτρης της ηθικής και της τάξης κι απ’ την άλλη οπαδός της καταστολής και της βίας, απ’ τη μια θαυμαστής της αγοράς, απ’ την άλλη υμνητής των κοινωνικών κατακτήσεων. Ο Μοσχονάς πίστευε ότι ο πρώην πλέον διευθυντής του, ήταν ένας αμφιλεγόμενος άνθρωπος, που έφερε σ’ όλη του τη ζωή ένα άγνωστο τραύμα, το οποίο δεν κατόρθωσε ποτέ να θεραπεύσει πλήρως. Αντίθετα, έκανε ό,τι ήταν δυνατό προκειμένου να το κάνει να ξεχαστεί. Υπήρχαν κάποιες υποψίες σε σχέση με το τι θα μπορούσε να είναι αυτό το τραύμα, αλλά κανείς δεν ήταν σε θέση να είναι σίγουρος. Όσον αφορά τη δουλειά και τη διευθυντική του θέση, τη οποία κράτησε για σχεδόν είκοσι χρόνια, αυτό οφείλεται στον Πρόεδρο και ιδρυτή της εταιρείας, το μεγαλομέτοχο Χατζή. Καθώς οι δυο τους γνωρίζονταν από παιδιά, κι είχαν μεγαλώσει στην ίδια γειτονιά, ο Χατζής ανταπέδωσε τη βοήθεια που είχε δεχτεί η οικογένειά του απ’ τον πατέρα του Πάνου, και προσέλαβε το μικρό γιο στην τότε αναπτυσσόμενη εταιρεία του. Μόλις τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν καλύτερα, και βλέποντας ότι ο Πάνου, αν και σαράντα χρονών τότε, ήταν πολύ ικανός, του έδωσε τη θέση του βοηθού ενός διόλου άξιου εμπιστοσύνης διευθυντή που είχε. Όταν ο διευθυντής εκείνος απολύθηκε, παρέμεινε προσωρινά στη θέση του ο Πάνου. Με τα χρόνια όμως καθιερώθηκε ως διεθύνων σύμβουλος της εταιρείας.

Ο Μοσχονάς αμφισβητούσε τις σπουδές του Πάνου, οι οποίες, στο επίπεδο της διοίκησης επιχειρήσεων, ήταν ομολογουμένως εντυπωσιακές. Θεωρούσε ότι στερούνταν γενικότερης παιδείας, γεγονός που του στερούσε μια πιο γενική θεώρηση της ζωής και των προβλημάτων που αυτή δημιουργούσε. Σ’ ένα περιστατικό που εμπλεκόταν η Ελπίδα, ο Πάνου πήρε μια απόφαση, εντελώς ανάρμοστη για το αξιακό σύστημα του Μοσχονά, αλλά και ηθικά απαράδεκτη. Η Ελπίδα είχε θέσει ζήτημα δεύτερης ευκαιρίας στην περίπτωση ενός υπαλλήλου που κατηγορούνταν για σεξουαλική παρενόχληση εν ώρα εργασίας, αλλά ο Πάνου ήταν κατηγορηματικά αντίθετος, με αποτέλεσμα την απόλυση του υπαλλήλου και την ενημέρωση της συζύγου του. Η σκληρότητα αυτή δεν ταίριαζε καθόλου στο προφίλ του συναινετικού διευθυντή που ήθελε να περνά προς τα έξω, αλλά μερικές φορές σε ζητήματα πολύ λεπτά, παρασυρμένος, ένας θεός ξέρει από ποια κίνητρα, εξαντλούσε την αυστηρότητά του σε θέματα που θα μπορούσε να είχε χειριστεί με πολύ πιο ήπιο τρόπο. Είχε βέβαια και τις ευχάριστες εξάρσεις του. Σ’ ένα πάρτι της εταιρείας πήρε το μικρόφωνο και τραγούδησε. Ενώ μια άλλη φορά, σε συνέντευξή του σ’ ένα περιοδικό είχε παραδεχτεί το λάθος του να μιλήσει αρνητικά για έναν πολιτικό. Ο Μοσχονάς πίστευε ότι επρόκειτο για έναν πληθωρικό κι ευάλωτο άνθρωπο που πάσχιζε να αποδείξει ότι ήταν σημαντικός. Πιο συχνά τον λυπόταν, παρά τον θαύμαζε ή τον φοβόταν. Εξάλλου δεν τον είδε ποτέ ανταγωνιστικά. Ούτε βέβαια περίμενε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να γίνει γενικός διευθυντής μιας εκ των μεγαλύτερων εταιρειών της χώρας του. Μιας και στην Ελλάδα δεν συνηθιζόταν να αναλαμβάνονται υπεύθυνες θέσεις από άτομα τόσο νεαρής ηλικίας, οι εφημερίδες όταν πληροφορούνταν μια σχετική είδηση έσπευδαν να την διαδώσουν όσο πιο άκομψα μπορούσαν. Λίγες ημέρες αφού του είχε γνωστοποιήσει ο Πάνου το νέο, άρχισαν να τον καλούν απ’ την Αθήνα, ζητώντας του δηλώσεις και συνεντεύξεις, τις οποίες αρνήθηκε ευγενικά, με τη δικαιολογία φόρτου εργασίας. Ήταν 32 ετών. Είχε μόλις μια μεγάλη επαγγελματική επιτυχία, η οποία άμεσα εξαργυρωνόταν με μια υψηλή διευθυντική θέση, έβγαζε αρκετά χρήματα και οι προοπτικές του ως επαγγελματία έμοιαζαν ιδανικές. Ο Μοσχονάς θα μπορούσε να είναι η ενσάρκωση ενός «ελληνικού ονείρου» με αμερικανικές προδιαγραφές. Η γρήγορη ανέλιξή του, η καθολική αποδοχή απ’ τον περίγυρο και η συνακόλουθη στήριξη απ’ τα πλέον ισχυρά πρόσωπα των επιχειρήσεων, τον κατέτασσε αυτόματα στη λίστα των πιο σημαντικών νέων επιχειρηματικών στελεχών της χώρας.

Το αεροδρόμιο παραδόθηκε οριστικά στα μέσα Μαΐου. Μέχρι τότε ο Μοσχονάς προετοίμαζε το διάδοχό του, δίνοντάς του ουσιαστικά, μαθήματα διαχείρισης κρίσεων, διοίκησης και επικοινωνίας. Τον ίδιο χρόνο, απαλλαγμένος πλέον απ’ το άγχος του έργου, έκανε πιο συχνές τις εξορμήσεις του με τη μηχανή. Χανόταν σε δάση κι ερήμους, μόνος με τις σκέψεις του, κι επέστρεφε πίσω στην πρωτεύουσα για να φάει με κάποιον υπουργό ή διευθυντή τράπεζας. Δεν υπήρχε άνθρωπος στη Γκάνα που να μην ήθελε την παρέα του. Στο τέλος έβγαλε τη φήμη του απρόσιτου, αφού με τόσες προσκλήσεις, έπρεπε να αρνείται στην πλειοψηφία των περιπτώσεων. Το αποχαιρετιστήριο πάρτι του δόθηκε στην αίθουσα VIP του αεροδρομίου λίγες ώρες πριν την αναχώρησή του∙ η επιθυμία ήταν δική του. Ο μόνος σημαντικός άνθρωπος που έλειπε απ’ την εκδήλωση ήταν ο Πρόεδρος της χώρας, ο οποίος επικαλέστηκε αδιαθεσία, αλλά έστειλε μήνυμα με τον υπουργό εσωτερικών. Σύμφωνα με αυτό, ο Μοσχονάς έπρεπε να γνωρίζει ότι εκτός των άλλων είχε κερδίσει κι ένα πιστό φίλο. Η προσέλευση του κόσμου στο πάρτυ ήταν εντυπωσιακή, καθώς όλοι ήθελαν να του σφίξουν το χέρι, να τον ευχαριστήσουν, να του ευχηθούν καλή τύχη και να τον καλέσουν πίσω στα σπίτια τους. Όταν πια μπήκε στο αεροπλάνο για να φύγει είχε έναν πολύ δυνατό πονοκέφαλο. Οι αποσκευές του είχαν διπλασιαστεί, εξαιτίας των δώρων που έλαβε την τελευταία στιγμή. Κι ο κόσμος δεν άφηνε το αεροπλάνο να φύγει, είχαν μπει μέσα στον αεροδριάδρομο. Αφού επενέβη η αστυνομία πόλεων με μια διμοιρία, και την απειλή ενός πυροσβεστικού οχήματος που θα έριχνε νερό από στιγμή σε στιγμή, το αεροπλάνο επιτέλους τροχιοδρόμησε προς το διάδρομο απογείωσης. Κάποιος είχε την ιδέα, να στρέψει τη μάνικα του πυροσβεστικού οχήματος στο αεροπλάνο, σαν ένδειξη σεβασμού προς το διάσημο επιβάτη, και εισέπραξε τις επευφημίες και το χειροκρότημα των συγκεντρωμένων. Ο Μοσχονάς τα έβλεπε απ’ το παράθυρο όλα αυτά, με τα μάτια του να κλείνουν και το κεφάλι του να βρίσκεται στα όρια της κατάρρευσης. Πήρε ένα παυσίπονο και κοιμήθηκε. Πίστευε ότι όλα αυτά ήταν απλά ένα όνειρο. Η κούρασή του ήταν τόσο μεγάλη που δεν ξύπνησε ούτε για φαγητό.

Μια αεροσυνοδός του μίλησε όταν είχαν πια προσγειωθεί στην Αθήνα. Εκεί όμως δεν υπήρχε κανείς να τον υποδεχτεί.

Τηλεφώνησε στην Ελπίδα, και παρ’ όλο που ήταν νωρίς το πρωί δε τη βρήκε. Αποφάσισε να πάει στο σπίτι της. Πήρε ένα ταξί, είπε τη διεύθυνση και βάλθηκε να παρακολουθεί τη διαδρομή. Έλειπε δυο χρόνια, οι αλλαγές δεν ήταν τεράστιες αλλά ήταν εμφανείς. Κάποια κτίρια ανακαινισμένα, άλλα καινούργια, άλλα κατεδαφισμένα, νέες φίρμες, νέες διαφημιστικές ταμπέλες, περισσότερα μαγαζιά, περισσότεροι μετανάστες, περισσότερα αυτοκίνητα. Τώρα θα συνέχιζε τη ζωή του εδώ, αυτό ήταν κάτι που πλέον δεν ήταν δεδομένο όπως παλιά. Με την προϋπηρεσία του, και την μεγάλη επαγγελματική του επιτυχία στη Γκάνα, θα μπορούσε να συνεχίσει οπουδήποτε ήθελε. Οι προτάσεις που είχε πάρει ξεπερνούσαν τη ντουζίνα, κι αφορούσαν όλες τις ηπείρους. Το ότι γύριζε στην πατρίδα του τόσο σύντομα, μερικοί συνάδελφοί του απ’ τις ξένες κατασκευαστικές το είχαν εκλάβει ως ιδιορρυθμία. Η πλειονότητά τους θα άλλαζε και θα ξαναάλλαζε εταιρεία, χώρα, πόλη, σπίτι, και θα επέστρεφε στην πατρίδα, αν επέστρεφε ποτέ, μετά από μια δεκαετία τουλάχιστον. Ο Μοσχονάς όμως ήθελε να επιστρέψει γρήγορα. Οι άλλοι νόμιζαν ότι ο πιο ισχυρός λόγος ήταν η Ελπίδα, γιατί δε γνώριζαν τη σχέση του με τη μητέρα του. Εκείνη, χωρίς να τον έχει πιέσει ή να του το πει ξεκάθαρα, έκανε ό,τι ήταν δυνατό προκειμένου να γυρίσει ο γιος της. Με τις υψηλές της γνωριμίες, την αποφασιστικότητα και την πείρα της, εργαζόταν καθημερινά για το στόχο της. Είχε και τις απογοητεύσεις της, όταν έμαθε ότι ο Μοσχονάς αμφιταλαντευόταν μεταξύ της EAGLE και μιας άλλης εταιρείας που του είχε προτείνει θέση διευθυντή του μεγαλύτερου υποκαταστήματός της στην Κίνα με τον τριπλάσιο μισθό. Αλλά είχε τα μέσα και τη δυνατότητα να καθοδηγεί το γιο της καλύτερα από κάθε άλλον. Του τηλεφώνησε για να τον καλωσορίσει όσο αυτός βρισκόταν ακόμα στο ταξί. Της είπε ότι πήγαινε στην Ελπίδα κι εκείνη έγινε έξαλλη, έβαλε τα κλάματα λέγοντάς του ότι εκείνη, η Ελπίδα, η αγαπημένη του δηλαδή, τον είχε δει πιο πρόσφατα απ’ την ίδια, τη μανούλα του. Πράγματι είχε να τη δει τουλάχιστον έξι μήνες. Την τελευταία φορά είχαν συναντηθεί για μερικές ώρες στο Λονδίνο. Εκείνος είχε πάει για δουλειά του αεροδρομίου κι εκείνη για να τον δει, αλλά στην ουσία για να κάνει ψώνια. Η κυρία Μοσχονά δεν ήταν ποτέ ευχαριστημένη, και ποτέ δεν το έδειχνε ή δε το παραδεχόταν ανοιχτά. Χρησιμοποιούσε τρόπους μιας δήθεν ευγένειας και μιας υποκριτικής ψυχραιμίας, την οποία ο Μοσχονάς αποκωδικοποιούσε στο λεπτό. Είπε στον ταξιτζή ν’ αλλάξουν κατεύθυνση, θα πήγαιναν στης μητέρας του. Εντωμεταξύ η Ελπίδα εξακολουθούσε να μην απαντά στο τηλέφωνο.

Η κυρία Μοσχονά τον υποδέχτηκε βουρκωμένη. Είχε ένα προαίσθημα ότι κάτι κακό θα συνέβαινε, του είπε, γι’ αυτό ήταν πολύ χαρούμενη και συγκινημένη και τρομαγμένη όταν τον άκουσε στο τηλέφωνο, επιτέλους, ζωντανό να είναι πίσω στην πατρίδα. Του έφτιαξε πρωϊνό. Ήπιαν καφέ, και την άκουσε υπομονετικά να του εξιστορεί περιπέτειες απ’ τον οικειοθελή εγκλεισμό του καλλιτέχνη αδελφού του. Μετά από λίγο ο Μοσχονάς προφασίστηκε ότι είχε δουλειές στο κέντρο της πόλης. Εκείνη τον ρώτησε για την Ελπίδα, και της είπε ότι τον πήρε απ’ το αεροδρόμιο, πράγμα που εκείνη γνώριζε ότι ήταν ψέμα. Πήρε το Μετρό και κατέβηκε στο κέντρο. Ένιωθε ξένος. Μπήκε στα κεντρικά της EAGLE και κατευθύνθηκε στο γραφείο της Ελπίδας. Δεν ήταν ούτε εκεί. Πήγε στο γραφείο του. Όλα ήταν όπως τα είχε τακτοποιήσει στα συρτάρια του πριν φύγει, η φωτογραφία της, τα χαζοδωράκια της μητέρας του, η φωτογραφία του στο Ντουμπάι. Κάθισε λίγο στο γραφείο και σκέφτηκε. Η απόφασή του να επιστρέψει ήταν λανθασμένη. Αυτός ο χώρος, αυτό το γραφείο, αυτή η περιοχή, αυτή η χώρα τον δυνάστευε. Έτρεξε στο γραφείο του Πάνου, απελπισμένος, βέβαιος ότι μπορούσε ακόμα και εκείνη τη στιγμή ν’ αλλάξει γνώμη. Αλλά το γραφείο του Πάνου ήταν άδειο. Μόνο η γραμματέας του ήταν στον προθάλαμο, η οποία τον υποδέχτηκε με μεγάλο ενθουσιασμό. Του είπε ότι μπορούσε οποιαδήποτε στιγμή επιθυμούσε να μεταφέρει τα πράγματά του. Αυτό το είχε ξεχάσει. Θα άλλαζε γραφείο. Μπήκε μέσα, τα έπιπλα του ήταν γνώριμα μεν, αλλά η απουσία του Πάνου, το έκανε να δείχνει ξένο, απόμακρο. Έκανε τη μετακόμιση πολύ γρήγορα καθώς τα προσωπικά του αντικείμενα χωρούσαν με βία σ’ ένα μικρό κουτί. Τα υπόλοιπα πράγματα, κυρίως υλικό αρχείου, μεταφέρθηκαν από έναν κλητήρα και τοποθετήθηκαν στις ογκώδεις βιβλιοθήκες του νέου γραφείου του που εξακολουθούσε να δείχνει άδειο. Παρ’ όλο όμως που μεταφερόταν στη δεύτερη καλύτερη αίθουσα του κτιρίου, δεν ένιωθε καθόλου ευχαριστημένος. Ήταν ανήσυχος γιατί δεν είχε μιλήσει ακόμα με την Ελπίδα.

Posted In:

Σχολιο

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s