6.

Όταν ένας άνθρωπος εξαφανίζεται σκέφτεσαι πολλά. Στην αρχή, ρίχνεις την ευθύνη στον ίδιο. Με τον ίδιο τρόπο που ενοχοποιείς έναν αυτόχειρα. Γιατί δεν άντεξε όπως αντέχουμε όλοι εμείς; Γιατί δεν είδε τις εναλλακτικές επιλογές; Γιατί δε σκέφτηκε τον πόνο που προκαλεί η απουσία του; Τόσο φυγόπονος ήταν; Αλλά σταδιακά, όσο ο θυμός καταλαγιάζει, άλλα ερωτήματα έρχονται στην επιφάνεια. Μήπως τελικά δεν του δείξαμε αρκετό ενδιαφέρον όλοι εμείς; Μήπως όλοι εμείς που υποκρινόμαστε ότι όλα είναι καλά, δε μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τι σημαίνει να είσαι πραγματικά ευαίσθητος όπως ήταν εκείνος; Κι όσο τα σκέφτεται όλα αυτά κάποιος, τόσο πιο ένοχος νιώθει που δεν τον απέτρεψε έμπρακτα απ’ την απονενοημένη κίνηση να εξαφανιστεί. (περισσότερα…)

5.

Μόλις εγκαταστάθηκε στο γραφείο του, του τηλεφώνησε ο Χατζής, ο πρόεδρος της EAGLE, ή αλλιώς το μεγάλο αφεντικό και τον κάλεσε στην καλύτερη αίθουσα του κτιρίου. Εμφανώς ενήμερος για την απογοήτευση του Μοσχονά, άρχισε να μιλά για τη δυσκολία προσαρμογής των υπαλλήλων που επέστρεφαν από μακροχρόνιες απουσίες σε δύσκολα μέρη του κόσμου, όπως η Αφρική ή η Ασία. Του είπε όμως ότι ήταν βέβαιος πως θα ανταποκρινόταν στις προσδοκίες της εταιρείας, αφού όλοι πίστευαν ότι ήταν το πιο ελπιδοφόρο χαρτί της. Ο Μοσχονάς τον ευχαρίστησε και τον ρώτησε ποιες ήταν οι προτεραιότητες εκείνη την εποχή. Η απάντηση ήρθε αμέσως, σύντομη και περιεκτική:

«Το Λιμνοχώρι», είπε ο Χατζής δείχνοντας ένα σημείο της ανατολικής Πελοποννήσου στον χάρτη που είχε απέναντί του.

Ήταν ένα μακροχρόνιο σχέδιο της εταιρείας, που είχε κολλήσει στη γραφειοκρατία, αλλά τώρα είχε πάρει το δρόμο του. 10.000 υπογραφές είχαν χρειαστεί για να αρχίσει να δουλεύει το έργο. Ο Μοσχονάς ήξερε ότι τις λεπτομέρειες θα τις μάθαινε απ’ τα κατώτερα στελέχη γι’ αυτό αρκέστηκε στο να ρωτήσει ποια θα ήταν η δική του εμπλοκή. Ο Χατζής του είπε ότι από εκείνη τη στιγμή του εμπιστευόταν αποκλειστικά την επίβλεψη και καθοδήγηση του έργου, ήταν δηλαδή ο υπεύθυνος του έργου. Όσο για τα καθήκοντα του γενικού διευθυντή στα κεντρικά, αυτά σ’ εκείνη την φάση συνδέονταν με το μεγαλύτερο έργο της EAGLE του οποίου ηγέτης θα ήταν επίσης ο ίδιος. Έδωσαν τα χέρια και κλείστηκαν στα γραφεία τους.

Ο Μοσχονάς κάλεσε έναν συνάδελφό του, πολύ έμπιστο και σοβαρό πρόσωπο, τον Ελευθερίου, για να ενημερωθεί. Το έργο αφορούσε ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα, το μεγαλύτερο της Ευρώπης. Η κατασκευή του θα έπρεπε να είχε αρχίσει 20 χρόνια πριν αλλά διάφορες υπηρεσίες καθώς και κάποιοι πολίτες της περιοχής το εμπόδιζαν. Η επιμονή όμως του Χατζή, για τον οποίο το έργο ήταν ένα προσωπικό στοίχημα, ήρθε να επιβραβευτεί την πιο κατάλληλη ώρα, όταν αποσυρόταν και το τελευταίο εμπόδιο, που δεν ήταν άλλο απ’ τον Πάνου. Ο Ελευθερίου τόνισε ότι ο Χατζής από ένα σημείο και μετά, θεωρούσε τον Πάνου υπεύθυνο για την αποτυχία του έργου. Η συνταξιοδότησή του συνέπεσε χρονικά με μια ανακοίνωση της αρχαιολογικής υπηρεσίας, η οποία ουσιαστικά επέτρεπε την εκμετάλλευση των εκτάσεων. (περισσότερα…)

4.

Είχα όντως δεκαπέντε χρόνια να του μιλήσω, και η τελευταία φορά που τον είδα ήταν πριν πέντε χρόνια, τυχαία στο δρόμο, έξω από ένα βιβλιοπωλείο. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που τον συναντούσα σ’ ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Προσπάθησα να ανασυνθέσω τις τελευταίες κουβέντες μας αλλά οι περισσότερες είχαν διαγραφεί οριστικά απ’ τη μνήμη μου. Περνούσα πολύ δύσκολα τότε, και δεν είχα χώρο για ξεκαθαρίσματα που αφορούσαν το παρελθόν. Βέβαια, τώρα είχε έρθει η ώρα να μετανιώσω.

Πρέπει να μου είχε πει ότι σκόπευε να εγκατασταθεί μόνιμα στο χωριό της μάνας του ή κάτι τέτοιο. Θυμάμαι ότι του είχα απαντήσει κάτι πολύ αόριστο. Έμοιαζε προβληματισμένος κι όχι ιδαίτερα χαρούμενος για τη συνάντησή μας. Εγώ ήμουν πολύ πιο εκδηλωτικός αλλά σύντομα με προσγείωσε. Δυσκολευόταν να βρει δουλειά και βίωνε διαρκώς απογοητεύσεις. Παρότι ψυχρός, έδειχνε πως είχε ανάγκη να μιλήσει. Μου είπε ότι σχεδίαζε να οργανώσει μια μεγάλη γιορτή καθώς πλησίαζε τα 42. Σ’ αυτή την ηλικία είχε πεθάνει ο πατέρας του. Το ίδιο κι ο δικός μου. Δεν είχε χρήματα, αλλά ήταν ερωτευμένος με μια γυναίκα. Προσπαθούσαν μάλιστα να κάνουν παιδιά. Δε θυμάμαι αν μου είχε αναφέρει το όνομα της γυναίκας. Καθίσαμε λίγο ακόμα μιλώντας στα όρθια, αλλά ήταν ολοφάνερο πως πλέον είμασταν δύο άγνωστοι που συναντήθηκαν τυχαία στο δρόμο. Χωριστίκαμε μ’ ένα ξερό «γειά».

Ο Μοσχονάς ήταν πάντοτε πολύ σημαντικός για εμένα. Μετά από εκείνη την τυχαία συνάντησή μας ένιωθα ένοχος που δεν είχα επιμείνει να ξαναβρεθούμε. Έμεινα μ’ εκείνο το γνώριμο αίσθημα μιας ακόμα απώλειας στη ζωή μου. (περισσότερα…)