9.

Υπάρχει ένα είδος ανθρώπου, που θεωρεί καθήκον του να πει την αλήθεια και δεν βρίσκει άλλο σκοπό στη ζωή του από αυτό. Είναι ο άνθρωπος-παρρησιαστής, το υποκείμενο της ρήξης με την ανειλικρίνεια και το ψεύδος. Ο άνθρωπος ο οποίος αφ’ ενός θέτει τον εαυτό του στην υπηρεσία της κοινότητας, δρώντας ως πρότυπο αναζητητή, κι αφ’ ετέρου υποσημειώνει με την παρουσία του, το θρίαμβο της υποκειμενικότητας. Αποκαλείται σήμερα διανοούμενος ή στοχαστής, αφού αναλαμβάνει να υπερασπιστεί το μόνο άξιο, για τον εαυτό του έργο, το προϊόν δηλαδή της σκέψης του. Ό,τι δεν διανοούνται καν οι άλλοι, ό,τι δεν εκτελούν από οκνηρία ή ατολμία, εκείνος το καθιστά πρώτο και μοναδικό μέλημά του. Ζει για να σκέφτεται και σκέφτεται για να ζει.

Χωρίς πνεύμα ο άνθρωπος της σκέψης δεν είναι παρά ένας απ’ τους πολλούς, ένας από αυτούς που προτιμούν το έτοιμο, το επίσημο, το γενικώς παραδεκτό. Κι είναι επόμενο, αφού επιλέγει το στοχαστικό βίο, να απομακρύνεται από την ασφάλεια και τα καθήκοντα της συμβατικής ζωής. Όμως ο στοχαστής δεν είναι ένα άκαμπτο και ανεπηρέαστο πράγμα. Τα ερεθίσματα, οι προκλήσεις και οι προοπτικές του αντικειμένου του, τον γειώνουν συχνά στις κοινωνικές συνθήκες, μέρος των οποίων θέλει πάντοτε να είναι και ο ίδιος, καθώς ακόμα κι αν αισθάνεται ότι μονολογεί, βασικός του στόχος είναι να επικοινωνήσει το αποτέλεσμα της διανοητικής του εργασίας. Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο – και ήταν όπως φαίνεται πολύ – τόσο για το νεαρό, όσο και για τον ώριμο Μαρξ, να επιβιώσει χωρίς τη συνδρομή του φίλου του, Ένγκελς, και να εκπονήσει ένα τόσο σοβαρό έργο. (περισσότερα…)

8.

Σκεπτόμενος την εξαφάνιση του Γιώργου Μοσχονά, κι επιστρέφοντας στο διαμέρισμά μου με τον κόσμο του κλεισμένο σ’ ένα μπαούλο στο πορτ μπαγκάζ μου, σκόνταψα πάνω σε κάτι που μου είχε διαφύγει. Πραγματικά, το ενδεχόμενο να τον είχε απαγάγει κάποιος ή να είχε πέσει θύμα εγκληματικής ενέργειας, το είχα αποκλείσει απ’ την αρχή. Όπως και το να είχε αρρωστήσει. Ο Γιώργος αν εξαφανιζόταν ποτέ, θα εξαφανιζόταν γιατί εκείνος θα το είχε επιλέξει. Ένας χαρακτηρισμός που μας άρεσε, στα χρόνια της παρέας μας, ήταν η λέξη «αυτεξούσιος». Ένας αυτεξούσιος δε θα μπορούσε ποτέ να εξαφανιστεί παρά τη θέλησή του. Αυτά γίνονταν μόνο στον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία. Ο Γιώργος κι εγώ είμασταν μανιώδεις φίλοι αυτών των τεχνών. Πρέπει να είχαμε δει εκατοντάδες ταινίες μαζί και χωριστά, και θα πρέπει να είχαμε συζητήσει χιλιάδες ώρες για ταινίες και βιβλία. Γι’ αυτό επιλέξαμε να σπουδάσουμε σκηνοθέτες. Είχαμε πάρα πολλά κοινά οι δυο μας. Είχαμε χάσει τους πατεράδες μας περίπου στην ίδια ηλικία, όταν εκείνοι ήταν 42 χρονών. Είχαμε και οι δύο αδελφές. Είχαμε την καταγωγή μας από χωριά της Πελοποννήσου. Κι έτσι, για μια ολόκληρη δεκαετία είμασταν αυτό που λέμε «κολλητοί».

Γιατί χώρισαν οι διαδρομές μας; Μήπως γιατί διάλεξα να ζήσω κατά τα συνήθη, προδίδοντας τα κοινά μας όνειρα, που μας ήθελαν ανεξάρτητους, τυχοδιώκτες, κυνηγούς;

decoupage

Αν θες να διαβάσεις το προηγούμενο κεφάλαιο πήγαινε εδώ.

7.

Η πόλη εξακολουθούσε να δρα μαγικά επάνω του. Την αγαπούσε και την ήθελε πολύ, κι ήξερε ότι κάποια μέρα θα κλεινόταν στην αγκαλιά της, κι εκείνη θα τον έσφιγγε μέσα της στοργικά, θα τον έτρεφε με τα καλύτερά της, και στο τέλος θα τον φίλευε αυτό πού ήθελε πιο πολύ, την θεραπεία της Σουλίτσας. Αλλά πρώτα, θα του έβρισκε μια δουλειά, όχι ό,τι κι ό,τι όμως. Ίσως, για παράδειγμα ΕΠΚ. Ναι ΕΠΚ, επίλεκτος παντός καιρού. Το πιο ολιγομελές και αποτελεσματικό σώμα όλης της πόλης, ίσως κι όλης της χώρας. Η πιο προηγμένη τεχνολογία στην υπηρεσία του ανθρώπου. Ένας υπερ-υπάλληλος του κράτους που κάνει σχεδόν τα πάντα, προς όφελος, εννοείται, του πολίτη. Σβήνει φωτιές, αναχαιτίζει ληστές και τρομοκράτες, σώζει από πλημμύρες, μεταφέρει ασθενείς, με λίγα λόγια κάνει οτιδήποτε του επιτρέπει η τεχνολογία. Κι έχει βεβαίως τον καλύτερο μισθό τουλάχιστον απ’ ό,τι λεγόταν, διότι οι πληροφορίες που αφορούσαν τους ΕΠΚ ήταν εμπιστευτικές κι απόρρητες. Φορούσαν όμως κάτι φόρμες απίθανες, και κρατούσαν κάτι φοβερά μηχανήματα στα χέρια τους, τα οποία είχαν δύναμη ικανή να τραβήξει ακόμα και ελέφαντα ή και να γκρεμίσει ολόκληρη πολυκατοικία, να ρουφήξει έναν μεγάλο άνθρωπο ή και να βομβαρδίσει ένα ολόκληρο χωριό. Είχαν συστήματα που τους επέτρεπαν να πετάνε και να ταξιδεύουν υποβρυχίως, είχαν μαζί τους όπλα, φάρμακα, και υλικά που έκαναν απίθανα πράγματα. Η στολή ενός ΕΠΚ, και μόνο, λέγεται ότι άξιζε όσο να αγοράσεις μια ολόκληρη πολιτεία. Αλλά πάλι, ίσως και όχι, να μην ήταν πολύ καλή ιδέα. Τώρα που ήξερε επακριβώς περί τίνος πρόκειται, του ήταν δύσκολο να αποφασίσει. Κι αυτό γιατί μια ημέρα ο Νικόλας είχε την σπάνια ευκαιρία να συναντήσει έναν στον υπόγειο σιδηρόδρομο.

Κι ευτυχώς ο Σούλης ήθελε να μάθει περισσότερα.

anamones sxediaki

Πρέπει να περίμενε το πρώτο τρένο του πρωινού, ή το τελευταίο της νύχτας. Ο σταθμός ήταν εντελώς άδειος. Ο Νικόλας περίμενε κρατώντας με βία τα μάτια του ανοιχτά. Η ώρα περνούσε, χωρίς τίποτα να ταράζει την ησυχία, ώσπου ένας ήχος, σαν κάποιο θηρίο που βρυχάται, άρχισε να πλησιάζει απ’ τις σκάλες. Ο Νικόλας έκανε δυο βήματα στο πλάι, και κρύφτηκε πίσω από ένα μηχάνημα που πουλούσε αναψυκτικά. Έβγαλε λίγο έξω το κεφάλι του να δει, όταν πλέον ένιωθε τον ήχο να τον έχει πλησιάσει επικίνδυνα και ιδού, ένας άνθρωπος ντυμένος με ένα ολόσωμο άσπρο πράγμα και με κράνος στο κεφάλι, κοντοστέκεται απέναντί του και τον κοιτά. Στα χέρια του είχε την πηγή του τρομακτικού ήχου, ένα τεράστιο λάστιχο με μια εξίσου τεράστια χοάνη στην άκρη. (περισσότερα…)