Ένα ανθρωπόμορφο γλυπτό σε ανθρώπινες διαστάσεις στέκει από χθες στην πλατεία Συντάγματος. Κανείς δεν ξέρει ποιός ή ποιοί το τοποθέτησαν εκεί. Τα υλικά απ’ τα οποία είναι κατασκευασμένο είναι πολύ ανθεκτικά και φαίνεται ότι μπορεί να αντέξει πολλές κακουχίες. Δίπλα απ’ το γλυπτό είναι αναρτημένη μια ταμπέλα που αναφέρει “Εκτονωθείτε!”.

Οι πολίτες έχουν αρχίσει να ανταποκρίνονται απ’ την πρώτη στιγμή. Στην αρχή με κάποια συστολή κι ίσως αμηχανία, αλλά από το βράδυ προσέρχονται ελεύθερα μπροστά στο γλυπτό κι εκτονώνονται. Επειδή το πλήθος άρχισε ξαφνικά να μεγαλώνει, κάποιοι υπερενθουσιώδεις συμφώνησαν ότι καθένας μπορεί να το έχει στη διάθεσή του για μάξιμουμ 3 λεπτά. Πρέπει να τηρηθούν στοιχειώδεις κανόνες δημοκρατικότητας, είπαν. Καθένας λοιπόν το έχει στη διάθεσή του για μερικά λεπτά προκειμένου να το χτυπήσει, να το βρίσει, να το φτύσει, να του επιτεθεί με όποιο τρόπο επιθυμεί.

Απέναντι απ’ την εγκατάσταση υπάρχει βιντεοκάμερα, η οποία αναμεταδίδει -σε ζωντανή μετάδοση και συνεχή ροή- το γεγονός σε διαδικτυακό χώρο. Η αναμετάδοση του γεγονότος προκάλεσε έντονη συζήτηση κατά τις πρώτες ώρες έκθεσης του έργου, αλλά επειδή η κάμερα φυλάσσεται από φρουρούς, οι υπερενθουσιώδεις αποφάσισαν να αδιαφορήσουν. Διεκδίκησαν μερικά λεπτά προνομιακής εκτόνωσης επάνω στο γλυπτό για να εξαργυρώσουν τη συμμετοχή τους στις διαδικασίες.

Γύρω στις 12 το βράδυ σχηματίζονταν μπροστά απ’ το γλυπτό ουρές πεντακοσίων ανθρώπων. Κάποιοι φέρνουν απ’ το σπίτι τους λοστούς, δοκάρια κι αιχμηρά αντικείμενα και χτυπούν με εξαιρετική σφοδρότητα το έργο. Άλλοι χρησιμοποιούν ό,τι έχουν πρόχειρο στην τσέπη τους. Νεαρότεροι βγάζουν σπρέι απ’ τις τσάντες τους και ψεκάζουν το γλυπτό στο σημείο που υποθέτουν ότι θα βρίσκονταν τα μάτια του. Άνθρωποι κάθε ηλικίας καταφθάνουν απ’ όλα τα σημεία της πόλης εκτονώνονται και πηγαίνουν παραδίπλα για να δουν τί θα κάνει ο επόμενος ή η επόμενη. (περισσότερα…)

Είχα μπει πλέον σ’ έναν κανονικό διάλογο με τη Λένι κι ήμουν ικανοποιημένος μ’ αυτό. Καταλάβαινα ότι αυτή η γυναίκα είχε μια τεράστια δημιουργική ορμή, που τη σπαταλούσε εδώ κι εκεί χρησιμοποιώντας την σαν ένα εργαλείο που σμιλεύει αλλαγές. Στην τελευταία πρόταση του μέηλ της, απάντησα θετικά και της ζήτησα να γίνει πιο συγκεκριμένη. Περίμενα μερικές μέρες κι έλαβα την εξής απάντηση.

Αγαπητέ Μανώλη,

Κοίτα που ζούμε. Κοίτα πώς ζούμε. Η μεγάλη πλειοψηφία γύρω μας είναι άνθρωποι που δε θα αναρωτηθούν ποτέ τί θέλουν σ’ αυτό τον κόσμο. Είναι άνθρωποι που έχουν μπει σε μια ρόδα, σαν τα χάμστερ, και τρέχουν όλη την ημέρα σαν να μη μπορούν να κάνουν κάτι άλλο. Είναι άνθρωποι που έχουν μια στρεβλή και ελειμματική παιδεία. Που έχουν υποστεί ένα ψυχικό κραχ αλλά νομίζουν ότι τα προβλήματά τους είναι υλικού τύπου. Άγονται και φέρονται απ’ τον πρώτο εξυπνάκια που τους πουλάει μια βίαιη κι εκτονωτική ιδεολογία που τους αποενοχοποιεί, νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα ενώ αγνοούν ακόμα και τα βασικά, λειτουργούν με το ένστικτο και μόνο, περιφρονούν το διαφορετικό και φθονούν ό,τι ξεχωρίζει. Αυτοί είναι οι συμπολίτες μας, σε μεγάλο βαθμό. Θα ήθελα να μην ήταν έτσι, αλλά δυστυχώς εκ του αποτελέσματος καταλαβαίνουμε ότι έτσι είναι. Πρόκειται για ανθρώπους που θεώρησαν ότι η παιδεία είναι κάτι ξένο και τελειώνει μόλις φύγεις απ’ το σχολείο ή το πανεπιστήμιο. Για ανθρώπους που δεν παίρνουν τις ζωές τους στα χέρια τους. Που νομίζουν ότι επειδή διάβασαν ένα βιβλίο κατάλαβαν όλο τον κόσμο. Που αμφισβητούν τους άλλους σε σημείο μέχρι και να βιαιοπραγήσουν εναντίον τους για να επιβάλλουν τη γνώμη τους. Πρόκειται για ανθρώπους έρμαια κάποιων κουτοπόνηρων που νομίζουν ότι μπορούν να τους εκμεταλλευτούν τάζοντάς τους παραδείσους, χωρίς να τους λένε ότι για την ευτυχία και την ολοκληρωμένη ζωή δεν αρκεί να γίνεις μέλος μιας ομάδας με εχθρούς. Πρόκειται για ανθρώπους που συνηθίζουν να πολεμούν εχθρούς και να μη βλέπουν τις ευθύνες του εαυτού τους.

Δε θέλω να σε θυμώσω, αλλά σήμερα είμαι θυμωμένη μ’ αυτά που βλέπω κι ακούω. Ίσως και να αδικώ τους συμπολίτες μου, να είναι δηλαδή πιο ώριμοι απ’ όσο νομίζω. Όμως κάτι πρέπει να κάνω κι εγώ με το θυμό μου. Γι’ αυτό είπα να τον κάνω κάτι δημιουργικό. Ζωγράφισα ένα μικρό πτηνό. Ξέρεις η μητέρα μου όταν δυσκολευόταν ζωγράφιζε πουλάκια. Έχω ένα μεγάλο σημειωματάριο, δικό της, γεμάτα με πουλάκια, που στέκονται σε κλαδιά, που πετούν περήφανα στον ουρανό. Είμαι θυμωμένη και ζωγραφίζω ένα μικρό πουλάκι που στέκεται σ’ ένα κλαδί. Σκέφτομαι να φτιάξω κι άλλα τέτοια πτηνά, και να γεμίσω τους τοίχους της πόλης μ’ αυτά. Φτιάχνω άλλο ένα δίπλα που πετάει μπροστά του. Θέλω να γεμίσω τη σελίδα με πουλάκια. Αν θες θα μπορούσες να με βοηθήσεις. Είμαι θυμωμένη και βάζω αυτά τα πουλάκια να διαδηλώσουν το θυμό μου πάνω στη σελίδα. Και ξαφνικά δεν είμαι πια θυμωμένη. Θέλω να γίνω πουλί. Και γίνομαι πουλί. Μη γελάσεις.

Παρατηρώ τις συμπεριφορές των ανθρώπων, τις εξηγώ και λίγο μετά μου φαίνονται παράλογες. Ως πουλί νιώθω μικρή, αλλά όχι αδύναμη. Ξέρω ότι μπορώ να βρω τροφή κι αγάπη. Ξέρω ότι μπορώ να φτάσω μακριά, να κάνω υψηλές πτήσεις χαμηλόφωνα. Ξέρω ότι μπορώ να βρω καταφύγιο για τις βροχερές ημέρες. Ξέρω ότι μπορώ να παίξω με άλλα πουλιά. Και να σου πω κάτι; Δε φοβάμαι τα αρπακτικά. Ξέρω ότι υπάρχουν κι ότι μπορεί κάποια στιγμή να γίνω θύμα τους αν βγουν απ’ τη ρόδα μέσα στην οποία τρέχουν. Είμαι πουλί όμως και μπορώ να πετάξω. Παρέα και μ’ άλλα πουλιά. Τα φτερά μας, οι σχηματισμοί και το τιτίβισμά μας είναι η μουσική του μέλλοντός μας.

Φιλικά,

Λένι 

Η Λένι ήταν καλλιτέχνης. Ήμουν πια βέβαιος ότι το κείμενο στον τοίχο καθώς και η αφίσα με τον “Τέτοιο” ήταν δικά της έργα. Το ημιτελές μέηλ της συμπλήρωνε πια αυτή την εικόνα με τον πιο εύγλωτο τρόπο. Δε θυμόμουν το επίθετό της, κι έτσι δε μπορούσα να την ψάξω στο Διαδίκτυο ή αλλού. Της έγραψα μια σύντομη απάντηση.

Αγαπητή Λένι,

Το μέηλ σου με ανησύχησε με το ξαφνικό του τέλος. Όσα λες με συγκινούν και με προβληματίζουν. Έχεις δίκιο στα περισσότερα απ’ όσα λες. Με μερικά δε συμφωνώ, αλλά με πείθεις. Θα ήθελα να μου πεις περισσότερα.

Φιλικά,

Μανώλης

Η απάντησή της ήρθε μετά από μερικά λεπτά.

Αγαπητέ Μανώλη,

Διανύω μια πολύ δύσκολη φάση. Πρόσφατα διαγνώστηκε καρκίνος σε μια πολύ καλή μου φίλη. Έκανε μια επέμβαση στο πόδι της και τώρα κάνει χημειοθεραπείες. Δυσκολεύομαι πολύ να το χωνέψω. Είναι μια συνομίληκή μου στα 38 της. Δεν έχει ούτε αυτή μόνιμη δουλειά. Είναι θυμωμένη και μερικές μέρες απελπίζεται πολύ. Αλλά νομίζω ότι τη βοηθώ να γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο αισιόδοξη. Συνδέω τη φάση της Ελλάδας με τη δοκιμασία της. Η αγωγή που της έχουν υποδείξει κι ακολουθεί είναι βαριά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Περνά φάσεις πόνου κι εξάντλησης. Είναι πολύ σκληρό πράγμα η χημική θεραπεία. Όμως ξέρω ότι αυτός είναι ο αποτελεσματικός τρόπος να αντιμετωπίσει την αρρώστεια της και να αποτρέψει να ξανασυμβεί. Έχει ξεκινήσει μέχρι και ψυχοθεραπεία. Πολύ θα ήθελα να υπάρχει κάτι εύκολο κι ανώδυνο αλλά ξέρουμε όλοι ότι δεν υπάρχει. Ξέρω ότι είναι λίγο αφελές να ταυτίζω τη νόσο ενός ανθρώπου με τα προβλήματα μιας χώρας, αλλά πιστεύω ότι υπάρχουν κάποιες αναλογίες. Βέβαια θα ήταν ωραία να υπήρχε μια ενδεδειγμένη αγωγή για τη χώρα, όπως αυτή που προορίζεται για τη φίλη μου, γιατί εδώ σε σχέση με το κράτος μας, καταλαβαίνουμε ότι η θεραπεία, η όποια θεραπεία έχει ένα ρίσκο. Αν συνοδευτεί από μια άλλη λογική, αν έχει γνώμονα να μην επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος κι αν έχει πιο δίκαιο και ανθρώπινο προσανατολισμό, έστω μακροπρόθεσμα θα πετύχει. (περισσότερα…)